serviço

ser.vi.ço
sərˈvisu
nome masculino
1.
δουλειά feminino , εργασία feminino
arranjou um serviço voluntário
βρήκε μια εθελοντική εργασία
criada para todo o serviço
υπηρέτρια για όλες τις δουλειές
ele ainda não pagou o serviço
αυτός ακόμα δεν πλήρωσε τη δουλειά
estou farto de fazer sempre o mesmo serviço
βαρέθηκα να κάνω πάντα την ίδια δουλειά
gostas do serviço que fazes?
σου αρέσει η δουλειά που κάνεις;
há serviços que eu não sei fazer
υπάρχουν δουλειές που δεν ξέρω να κάνω
nas horas de serviço
κατά τις ώρες εργασίας
neste momento, ele encontra-se no serviço
αυτή τη στιγμή, αυτός είναι στη δουλειά
o chefe distribuiu o serviço pelos empregados
ο προϊστάμενος μοίρασε την εργασία στους υπαλλήλους
quando faz um serviço, fá-lo bem
όταν κάνει μια δουλειά, την κάνει καλά
serviço noturno
νυκτερινή εργασία
2.
υπηρεσία feminino
colocar os seus conhecimentos ao serviço (de alguém)
βάζω τις γνώσεις μου στην υπηρεσία (κάποιου)
ele conta trinta anos de serviço
αυτός αριθμεί τριάντα χρόνια υπηρεσίας
escada de serviço
σκάλα υπηρεσίας
garantir a qualidade dum serviço
εγγυώμαι την ποιότητα μιας υπηρεσίας
oferecer os seus serviços (a alguém)
προσφέρω τις υπηρεσίες μου (σε κάποιον)
o setor terciário é o dos serviços
ο τριτογενής τομέας είναι εκείνος των υπηρεσιών
o serviço onde estou tem vinte funcionários
η υπηρεσία όπου δουλεύω έχει είκοσι υπαλλήλους
os serviços camarários/municipalizados
οι δημοτικές υπηρεσίες
prestar serviços
παρέχω υπηρεσίες
prestou grandes serviços à nação
πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στην πατρίδα
reclamei da qualidade dos serviços
διαμαρτυρήθηκα για την ποιότητα των υπηρεσιών
serviço ativo
ενεργός υπηρεσία
serviço de contraespionagem
υπηρεσία αντικατασκοπίας
serviço de transportes
υπηρεσία μεταφορών
serviço meteorológico
μετεωρολογική υπηρεσία
serviço postal porta a porta
ταχυδρομική υπηρεσία πόρτα-πόρτα
serviço público de saúde
δημόσια υπηρεσία υγείας
serviços auxiliares
βοηθητικές υπηρεσίες
serviço social
κοινωνική υπηρεσία
serviços públicos
δημόσιες υπηρεσίες
serviços secretos
μυστικές υπηρεσίες
3.
υπηρεσία feminino , δούλεψη feminino
estar ao serviço (de alguém)
είμαι στην υπηρεσία (κάποιου)
tinham ao seu serviço três domésticos
είχαν στη δούλεψή τους τρεις υπηρέτες
4.
τμήμα neutro
o serviço de vendas
το τμήμα πωλήσεων
serviço de radiologia de um hospital
τμήμα ακτινολογίας ενός νοσοκομείου
5.
εξυπηρέτηση feminino
área de serviço de uma autoestrada
σταθμός εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών
estação de serviço
σταθμός εξυπηρέτησης
ficámos satisfeitos com o serviço do hotel
μείναμε ικανοποιημένοι με την εξυπηρέτηση στο ξενοδοχείο
o gerente do restaurante pretende melhorar o serviço
ο διαχειριστής του εστιατορίου θέλει να βελτιώσει την εξυπηρέτηση
serviço pós-venda
εξυπηρέτηση μετά την πώληση
6.
εξυπηρέτηση feminino , σερβίρισμα neutro
restaurante com serviço impecável
εστιατόριο με άψογο σερβίρισμα
7.
φιλοδώρημα neutro
os preços da ementa incluem o serviço
οι τιμές στο μενού περιλαμβάνουν το φιλοδώρημα
8.
λειτουργία feminino
a ponte já está ao serviço
η γέφυρα βρίσκεται ήδη σε λειτουργία
fora de serviço
εκτός λειτουργίας
9.
λειτουργία feminino , ακολουθία feminino
celebrar um serviço religioso
τελώ μια θρησκευτική λειτουργία
serviço fúnebre
νεκρώσιμη ακολουθία
10.
χρήση feminino
os vinhos expostos são só para serviço da casa
τα κρασιά που εκτείθενται είναι μόνο για χρήση του καταστήματος
11.
εξυπηρέτηση feminino , εκδούλευση feminino , χάρη feminino
prestar um serviço (a alguém)
κάνω μια εξυπηρέτηση (σε κάποιον)
12.
σερβίτσιο neutro , σετ neutro
serviço de chá
σερβίτσιο τσαγιού
serviço de copos
σετ ποτηριών
13.
DESPORTO σέρβις neutro
o serviço de um tenista
το σέρβις ενός παίκτη τένις
em serviço
σε υπηρεσία
foi em serviço a Lisboa
πήγε σε υπηρεσία στη Λισαβόνα
estar de serviço
είμαι (σε) υπηρεσία
farmácia de serviço
1.
(de dia) εφημερεύον φαρμακείο
2.
(de noite) διανυκτερεύον φαρμακείο
irónico lindo serviço!
ωραία τα κατάφερες!
não brincar em serviço
κάνω καλά τη δουλειά μου
nota de serviço
υπηρεσιακό σημείωμα
prestar serviço em
υπηρετώ σε
prestar serviço num quartel
υπηρετώ σ' ένα στρατόπεδο
serviço cívico
κοινωνική υπηρεσία
serviço militar
στρατιωτική θητεία
cumprir o serviço militar
εκπληρώνω τη στρατιωτική μου θητεία

serviço militar obrigatório
υποχρεωτική στρατιωτική θητεία
Porto Editora – serviço no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-06 00:37:08]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
guarda de serviço
φύλακας υπηρεσίας
DIREITO, QUESTÕES SOCIAIS, EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO, EMPREGO E TRABALHO
serviço de acolhimento de crianças
υπηρεσίες παιδικής μέριμνας
EMPRESAS E CONCORRÊNCIA
serviços coletivos, sociais e pessoais
υπηρεσίες προς το κοινωνικό σύνολο, κοινωνικές και ατομικές υπηρεσίες
serviços domésticos e pessoais
οικιακές και προσωπικές υπηρεσίες
serviços de intermediação financeira
υπηρεσίες χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης
VER +