favoritos
se.xu.al separador fonéticasɛˈkswaɫ
adjetivo de 2 géneros
1.
γενετήσιος, σεξουαλικός
ato sexual
γενετήσια πράξη
atração sexual
σεξουαλική έλξη
excitação sexual
σεξουαλική διέγερση
hormona sexual
γενετήσια ορμόνη
impulsos sexuais
σεξουαλικές ορμές
maturidade sexual
σεξουαλική ωριμότητα
pulsão sexual
σεξουαλική παρώθηση
2.
σεξουαλικός
assédio sexual
σεξουαλική παρενόχληση
crime sexual
σεξουαλικό έγκλημα
educação sexual
σεξουαλική αγωγή
fantasias sexuais
σεξουαλικές φαντασιώσεις
impotência sexual
σεξουαλική ανικανότητα
masoquismo sexual
σεξουαλικός μαζοχισμός
perversões sexuais
σεξουαλικές διαστροφές
relações sexuais
σεξουαλικές σχέσεις
vida sexual
σεξουαλική ζωή
objeto sexual
αντικείμενο του σεξ
órgãos sexuais
γεννητικά όργανα

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • animal production
    sexuado / sexual
    el
    γενετήσιος, γεννητικός
  • medical science
    sexual
    el
    φυλετικός, σεξουαλικός
  • livestock farming
    beneficiação / salto / monta / ato sexual / cobrição
    el
    επίβαση
  • wildlife / life sciences
    ciclo sexual / ciclo estral
    el
    οιστρικός κύκλος
  • criminal law / social affairs
    abuso sexual
    el
    γενετήσια κακοποίηση, προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, σεξουαλική κακοποίηση
  • gender equality
    saúde sexual
    el
    σεξουαλική υγεία
  • medical science
    razão de sexos / razão sexual
    el
    αναλογία φύλων
  • Criminal law
    delito sexual / crime contra a liberdade e a autodeterminação sexual
    el
    έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, σεξουαλικό έγκλημα, σεξουαλικό αδίκημα
  • offence / rights and freedoms / working conditions
    assédio sexual / comportamento indesejável de caráter sexual
    el
    ανεπιθύμητη συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως, σεξουαλική παρενόχληση, ανεπιθύμητη σεξουαλική προσοχή
  • medical science
    caráter sexual
    el
    φυλετικός χαρακτήρας, φυλοσύνδετος χαρακτήρας
  • SOCIAL QUESTIONS
    turismo sexual
    el
    σεξουαλικός τουρισμός
  • gender equality
    tráfico sexual
    el
    εμπορία για σεξουαλική εκμετάλλευση
  • SOCIAL QUESTIONS / rights and freedoms
    minoria sexual
    el
    σεξουαλικές μειονότητες
  • leisure / social sciences
    turista sexual
    el
    σεξοτουρίστας
  • SOCIAL QUESTIONS / rights and freedoms
    comércio do sexo / comércio sexual
    el
    σωματεμπορία
  • Criminal law
    agressão sexual
    el
    εξαναγκασμός σε ασέλγεια
  • Criminal law / Family law
    mutilação sexual / mutilação genital
    el
    ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων
  • Criminal law
    violência sexual
    el
    σεξουαλική βία
  • human rights / sexual violence
    violência sexual
    el
    σεξουαλική βία
  • rights and freedoms
    diferença sexual
    el
    σεξουαλική διαφορετικότητα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    armadilha sexual
    el
    φερομονική παγίδα, σεξουαλική παγίδα
  • SOCIAL QUESTIONS / behavioural sciences
    orientação sexual
    el
    γενετήσιος προσανατολισμός, σεξουαλικός προσανατολισμός, σεξουαλικές προτιμήσεις
  • criminal law
    exploração sexual
    el
    γενετήσια εκμετάλλευση, σεξουαλική εκμετάλλευση
  • gender equality
    identidade sexual
    el
    σεξουαλική ταυτότητα
  • SOCIAL QUESTIONS / behavioural sciences
    identidade sexual
    el
    σεξουαλική ταυτότητα
  • medical science
    heterocromossoma / alossoma / cromossoma acessório / cromossoma sexual
    el
    φυλετικό χρωμόσωμα
  • LAW
    maioridade sexual
    el
    ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης
  • wildlife / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    maturidade sexual
    el
    σεξουαλική ωριμότητα
  • gender equality
    estereótipo sexual
    el
    σεξουαλικό στερεότυπο
  • medical science / life sciences
    transmissão sexual
    el
    σεξουαλική μεταβίβαση
  • criminal law / LAW / United Nations
    escravatura sexual
    el
    γενετήσια δουλεία, σεξουαλική δουλεία
  • rights and freedoms
    diversidade sexual
    el
    σεξουαλική πολυμορφία
  • sexual discrimination
    discriminação sexual / discriminação em razão do sexo
    el
    διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου, διάκριση λόγω φύλου
  • criminal law / information technology
    ciberpredador sexual
    el
    διαδικτυακό αρπακτικό
  • medical science
    órgão genital acessório / órgão sexual acessório
    el
    επικουρικό γεννητικό όργανο, βοηθητικό γεννητικό όργανο, όργανο του γεννητικού συστήματος
  • crop production / life sciences
    compatibilidade sexual
    el
    γενετήσια συμβατότητα φύλου
  • SOCIAL QUESTIONS / sexual offence / children's rights
    abuso sexual de crianças / abuso sexual de menores
    el
    γενετήσια κακοποίηση των παιδιών, σεξουαλική κακοποίηση παιδιών
  • LAW
    autodeterminação sexual
    el
    γενετήσια αυτοδιάθεση
  • Criminal law / Family law
    mutilação genital feminina / mutilação sexual feminina
    el
    ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων
  • trafficking in persons
    turismo sexual organizado
    el
    οργανωμένος σεξουαλικός τουρισμός
  • medical science
    caráter sexual secundário
    el
    δευτερεύον φυλετικό χαρακτηριστικό
  • LAW / SOCIAL QUESTIONS / European Union / social sciences
    STOP / Tráfico Sexual de Pessoas / programa de incentivo e de intercâmbio destinado aos responsáveis pela ação contra o tráfico de seres humanos e a exploração sexual das crianças / tráfico sexual de seres humanos
    el
    STOP, πρόγραμμα ενθάρρυνσης και ανταλλαγών μεταξύ των υπευθύνων για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών
  • Criminal law / Family law
    mutilação genital masculina / mutilação sexual masculina
    el
    ακρωτηριασμός των ανδρικών γεννητικών οργάνων
  • health
    SSR / saúde sexual e reprodutiva
    el
    σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία
  • gender equality
    divisão sexual do trabalho
    el
    καταμερισμός της εργασίας με βάση το βιολογικό φύλο
  • social sciences / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    divisão sexual do trabalho
    el
    καταμερισμός της εργασίας κατά φύλο
  • social sciences
    abusador sexual de criança
    el
    εκείνος που ασελγεί σεξουαλικά σε παιδιά
  • gender equality
    estereótipo do papel sexual
    el
    στερεότυπο ως προς τους ρόλους με βάση το βιολογικό φύλο
  • rights and freedoms
    discriminação sexual direta
    el
    άμεση διάκριση λόγω φύλου
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – sexual no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-20 17:11:19]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • animal production
    sexuado / sexual
    el
    γενετήσιος, γεννητικός
  • medical science
    sexual
    el
    φυλετικός, σεξουαλικός
  • livestock farming
    beneficiação / salto / monta / ato sexual / cobrição
    el
    επίβαση
  • wildlife / life sciences
    ciclo sexual / ciclo estral
    el
    οιστρικός κύκλος
  • criminal law / social affairs
    abuso sexual
    el
    γενετήσια κακοποίηση, προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, σεξουαλική κακοποίηση
  • gender equality
    saúde sexual
    el
    σεξουαλική υγεία
  • medical science
    razão de sexos / razão sexual
    el
    αναλογία φύλων
  • Criminal law
    delito sexual / crime contra a liberdade e a autodeterminação sexual
    el
    έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, σεξουαλικό έγκλημα, σεξουαλικό αδίκημα
  • offence / rights and freedoms / working conditions
    assédio sexual / comportamento indesejável de caráter sexual
    el
    ανεπιθύμητη συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως, σεξουαλική παρενόχληση, ανεπιθύμητη σεξουαλική προσοχή
  • medical science
    caráter sexual
    el
    φυλετικός χαρακτήρας, φυλοσύνδετος χαρακτήρας
  • SOCIAL QUESTIONS
    turismo sexual
    el
    σεξουαλικός τουρισμός
  • gender equality
    tráfico sexual
    el
    εμπορία για σεξουαλική εκμετάλλευση
  • SOCIAL QUESTIONS / rights and freedoms
    minoria sexual
    el
    σεξουαλικές μειονότητες
  • leisure / social sciences
    turista sexual
    el
    σεξοτουρίστας
  • SOCIAL QUESTIONS / rights and freedoms
    comércio do sexo / comércio sexual
    el
    σωματεμπορία
  • Criminal law
    agressão sexual
    el
    εξαναγκασμός σε ασέλγεια
  • Criminal law / Family law
    mutilação sexual / mutilação genital
    el
    ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων
  • Criminal law
    violência sexual
    el
    σεξουαλική βία
  • human rights / sexual violence
    violência sexual
    el
    σεξουαλική βία
  • rights and freedoms
    diferença sexual
    el
    σεξουαλική διαφορετικότητα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    armadilha sexual
    el
    φερομονική παγίδα, σεξουαλική παγίδα
  • SOCIAL QUESTIONS / behavioural sciences
    orientação sexual
    el
    γενετήσιος προσανατολισμός, σεξουαλικός προσανατολισμός, σεξουαλικές προτιμήσεις
  • criminal law
    exploração sexual
    el
    γενετήσια εκμετάλλευση, σεξουαλική εκμετάλλευση
  • gender equality
    identidade sexual
    el
    σεξουαλική ταυτότητα
  • SOCIAL QUESTIONS / behavioural sciences
    identidade sexual
    el
    σεξουαλική ταυτότητα
  • medical science
    heterocromossoma / alossoma / cromossoma acessório / cromossoma sexual
    el
    φυλετικό χρωμόσωμα
  • LAW
    maioridade sexual
    el
    ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης
  • wildlife / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    maturidade sexual
    el
    σεξουαλική ωριμότητα
  • gender equality
    estereótipo sexual
    el
    σεξουαλικό στερεότυπο
  • medical science / life sciences
    transmissão sexual
    el
    σεξουαλική μεταβίβαση
  • criminal law / LAW / United Nations
    escravatura sexual
    el
    γενετήσια δουλεία, σεξουαλική δουλεία
  • rights and freedoms
    diversidade sexual
    el
    σεξουαλική πολυμορφία
  • sexual discrimination
    discriminação sexual / discriminação em razão do sexo
    el
    διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου, διάκριση λόγω φύλου
  • criminal law / information technology
    ciberpredador sexual
    el
    διαδικτυακό αρπακτικό
  • medical science
    órgão genital acessório / órgão sexual acessório
    el
    επικουρικό γεννητικό όργανο, βοηθητικό γεννητικό όργανο, όργανο του γεννητικού συστήματος
  • crop production / life sciences
    compatibilidade sexual
    el
    γενετήσια συμβατότητα φύλου
  • SOCIAL QUESTIONS / sexual offence / children's rights
    abuso sexual de crianças / abuso sexual de menores
    el
    γενετήσια κακοποίηση των παιδιών, σεξουαλική κακοποίηση παιδιών
  • LAW
    autodeterminação sexual
    el
    γενετήσια αυτοδιάθεση
  • Criminal law / Family law
    mutilação genital feminina / mutilação sexual feminina
    el
    ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων
  • trafficking in persons
    turismo sexual organizado
    el
    οργανωμένος σεξουαλικός τουρισμός
  • medical science
    caráter sexual secundário
    el
    δευτερεύον φυλετικό χαρακτηριστικό
  • LAW / SOCIAL QUESTIONS / European Union / social sciences
    STOP / Tráfico Sexual de Pessoas / programa de incentivo e de intercâmbio destinado aos responsáveis pela ação contra o tráfico de seres humanos e a exploração sexual das crianças / tráfico sexual de seres humanos
    el
    STOP, πρόγραμμα ενθάρρυνσης και ανταλλαγών μεταξύ των υπευθύνων για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών
  • Criminal law / Family law
    mutilação genital masculina / mutilação sexual masculina
    el
    ακρωτηριασμός των ανδρικών γεννητικών οργάνων
  • health
    SSR / saúde sexual e reprodutiva
    el
    σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία
  • gender equality
    divisão sexual do trabalho
    el
    καταμερισμός της εργασίας με βάση το βιολογικό φύλο
  • social sciences / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    divisão sexual do trabalho
    el
    καταμερισμός της εργασίας κατά φύλο
  • social sciences
    abusador sexual de criança
    el
    εκείνος που ασελγεί σεξουαλικά σε παιδιά
  • gender equality
    estereótipo do papel sexual
    el
    στερεότυπο ως προς τους ρόλους με βάση το βιολογικό φύλο
  • rights and freedoms
    discriminação sexual direta
    el
    άμεση διάκριση λόγω φύλου
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – sexual no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-20 17:11:19]. Disponível em