favoritos
so.le.noi.deseparador fonéticasuləˈnɔjd(ə)
nome masculino
ELETRICIDADE σωλονοειδές neutro, πηνίο neutro
solenoide complexo
σύνθετο σωλονοειδές
solenoide fechado
κλειστό σωλονοειδές
a grafia anterior era solenóide

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • electronics and electrical engineering
    solenoide
    el
    σωληνοειδές, ηλεκτρονόμος, πηνίο
  • life sciences
    solenoide
    el
    σωληνοειδές
  • earth sciences
    solenoide multiespira / bobina solenoide
    el
    σωληνοειδές πολλαπλών σπειρών
  • mechanical engineering / electronics and electrical engineering
    válvula eletromagnética / válvula solenoide
    el
    ηλεκτρομαγνητική βαλβίς, βαλβίδα με ηλεκτρομαγνητικό έλεγχο, ηλεκτροβαλβίδα, ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα
  • electronics and electrical engineering
    indutor cilíndrico / indutor espiral / indutor solenoide
    el
    σωληνοειδές επαγωγικό πηνίο
  • mechanical engineering
    válvula eletromagnética / válvula solenoide
    el
    μαγνητική βαλβίδα
  • earth sciences
    solenoide rotativo
    el
    σωληνοειδές περιστρεφόμενο
  • electronics and electrical engineering
    bobina de Bitter / solenoide de discos
    el
    σωληνοειδής δίσκος, πικρό πηνίου, πικρό σωληνοειδές
  • earth sciences
    solenoide por bandas
    el
    σωληνοειδές από λωρίδες
  • mechanical engineering / building and public works
    solenoide da válvula
    el
    ηλεκτομαγνήτης βαλβίδας
  • electronics and electrical engineering / information technology and data processing
    solenoide com êmbolo
    el
    σωληνοειδές με έμβολο βύθισης
  • electronics and electrical engineering / physical sciences
    solenoide supercondutor
    el
    υπεραγώγιμο σωληνοειδές
  • mechanical engineering / earth sciences
    solenoide de duplo efeito
    el
    ηλεκτρομαγνήτης διπλής ενέργειας
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    solenoide de esvaziamento
    el
    ηλεκτροβαλβίδα εκκένωσης
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    solenoide de abastecimento
    el
    ηλεκτροβαλβίδα επαναπλήρωσης
  • mechanical engineering / earth sciences
    solenoide de simples efeito
    el
    ηλεκτρομαγνήτης απλής ενέργειας
  • mechanical engineering
    solenoide de corte do motor
    el
    κεντρικός ηλεκτρονόμος, ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα διακοπής λειτουργίας κινητήρα, ηλεκτρονόμος διακοπής λειτουργίας κινητήρα
  • land transport
    solenoide de corte do motor
    el
    κεντρικός ηλεκτρονόμος, ηλεκτρονόμος διακοπής λειτουργίας κινητήρα, ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα διακοπής λειτουργίας κινητήρα
  • mechanical engineering
    solenoide de tempo de reposta
    el
    ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα χρονισμού, ηλεκτρονόμος συγχρονισμού
  • land transport
    solenoide de tempo de reposta
    el
    ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα χρονισμού, ηλεκτρονόμος συγχρονισμού
  • life sciences
    solenoide isobárico-isostérico / tubo isobárico-isostérico
    el
    ισοβαρο-ισοστερές σωληνοειδές
  • natural and applied sciences / electrical and nuclear industries
    modelo de indutor de solenoide
    el
    σωληνοειδής πρωτότυπη σπείρα
  • natural and applied sciences / electrical and nuclear industries
    instalação de ensaio do solenoide
    el
    εγκατάσταση δοκιμής σωληνοειδούς
  • mechanical engineering
    solenoide de mudança de velocidade
    el
    ηλεκτρονόμος αλλαγής σχέσης μετάδοσης κίνησης, ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα αλλαγής σχέσης μετάδοσης κίνησης
  • land transport
    solenoide de mudança de velocidade
    el
    ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα αλλαγής σχέσης μετάδοσης κίνησης, ηλεκτρονόμος αλλαγής σχέσης μετάδοσης κίνησης
  • mechanical engineering
    válvula solenoide normalmente aberta
    el
    βαλβίδα με σωληνοειδές κανονικά ανοικτή
  • mechanical engineering
    válvula solenoide normalmente fechada
    el
    βαλβίδα με σωληνοειδές κανονικά κλειστή
  • earth sciences / land transport / TRANSPORT
    frenagem eletromagnética por solenoide
    el
    πέδηση ηλεκτρομαγνητική με σωληνοειδή
  • mechanical engineering / building and public works
    solenoide de subida em grande velocidade
    el
    ηλεκτρομαγνήτης ταχείας κινήσεως προς τα άνω
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    solenoide de bloqueamento de segurança do trem de aterragem
    el
    σωληνοειδές αναστολής ανάσυρσης σκέλους προσγείωσης, σωληνοειδές ασφάλισης κάτω σκέλους προσγείωσης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – solenoide no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-05-25 08:22:36]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • electronics and electrical engineering
    solenoide
    el
    σωληνοειδές, ηλεκτρονόμος, πηνίο
  • life sciences
    solenoide
    el
    σωληνοειδές
  • earth sciences
    solenoide multiespira / bobina solenoide
    el
    σωληνοειδές πολλαπλών σπειρών
  • mechanical engineering / electronics and electrical engineering
    válvula eletromagnética / válvula solenoide
    el
    ηλεκτρομαγνητική βαλβίς, βαλβίδα με ηλεκτρομαγνητικό έλεγχο, ηλεκτροβαλβίδα, ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα
  • electronics and electrical engineering
    indutor cilíndrico / indutor espiral / indutor solenoide
    el
    σωληνοειδές επαγωγικό πηνίο
  • mechanical engineering
    válvula eletromagnética / válvula solenoide
    el
    μαγνητική βαλβίδα
  • earth sciences
    solenoide rotativo
    el
    σωληνοειδές περιστρεφόμενο
  • electronics and electrical engineering
    bobina de Bitter / solenoide de discos
    el
    σωληνοειδής δίσκος, πικρό πηνίου, πικρό σωληνοειδές
  • earth sciences
    solenoide por bandas
    el
    σωληνοειδές από λωρίδες
  • mechanical engineering / building and public works
    solenoide da válvula
    el
    ηλεκτομαγνήτης βαλβίδας
  • electronics and electrical engineering / information technology and data processing
    solenoide com êmbolo
    el
    σωληνοειδές με έμβολο βύθισης
  • electronics and electrical engineering / physical sciences
    solenoide supercondutor
    el
    υπεραγώγιμο σωληνοειδές
  • mechanical engineering / earth sciences
    solenoide de duplo efeito
    el
    ηλεκτρομαγνήτης διπλής ενέργειας
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    solenoide de esvaziamento
    el
    ηλεκτροβαλβίδα εκκένωσης
  • electronics and electrical engineering / earth sciences
    solenoide de abastecimento
    el
    ηλεκτροβαλβίδα επαναπλήρωσης
  • mechanical engineering / earth sciences
    solenoide de simples efeito
    el
    ηλεκτρομαγνήτης απλής ενέργειας
  • mechanical engineering
    solenoide de corte do motor
    el
    κεντρικός ηλεκτρονόμος, ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα διακοπής λειτουργίας κινητήρα, ηλεκτρονόμος διακοπής λειτουργίας κινητήρα
  • land transport
    solenoide de corte do motor
    el
    κεντρικός ηλεκτρονόμος, ηλεκτρονόμος διακοπής λειτουργίας κινητήρα, ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα διακοπής λειτουργίας κινητήρα
  • mechanical engineering
    solenoide de tempo de reposta
    el
    ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα χρονισμού, ηλεκτρονόμος συγχρονισμού
  • land transport
    solenoide de tempo de reposta
    el
    ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα χρονισμού, ηλεκτρονόμος συγχρονισμού
  • life sciences
    solenoide isobárico-isostérico / tubo isobárico-isostérico
    el
    ισοβαρο-ισοστερές σωληνοειδές
  • natural and applied sciences / electrical and nuclear industries
    modelo de indutor de solenoide
    el
    σωληνοειδής πρωτότυπη σπείρα
  • natural and applied sciences / electrical and nuclear industries
    instalação de ensaio do solenoide
    el
    εγκατάσταση δοκιμής σωληνοειδούς
  • mechanical engineering
    solenoide de mudança de velocidade
    el
    ηλεκτρονόμος αλλαγής σχέσης μετάδοσης κίνησης, ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα αλλαγής σχέσης μετάδοσης κίνησης
  • land transport
    solenoide de mudança de velocidade
    el
    ηλεκτρομαγνητική βαλβίδα αλλαγής σχέσης μετάδοσης κίνησης, ηλεκτρονόμος αλλαγής σχέσης μετάδοσης κίνησης
  • mechanical engineering
    válvula solenoide normalmente aberta
    el
    βαλβίδα με σωληνοειδές κανονικά ανοικτή
  • mechanical engineering
    válvula solenoide normalmente fechada
    el
    βαλβίδα με σωληνοειδές κανονικά κλειστή
  • earth sciences / land transport / TRANSPORT
    frenagem eletromagnética por solenoide
    el
    πέδηση ηλεκτρομαγνητική με σωληνοειδή
  • mechanical engineering / building and public works
    solenoide de subida em grande velocidade
    el
    ηλεκτρομαγνήτης ταχείας κινήσεως προς τα άνω
  • mechanical engineering / land transport / TRANSPORT
    solenoide de bloqueamento de segurança do trem de aterragem
    el
    σωληνοειδές αναστολής ανάσυρσης σκέλους προσγείωσης, σωληνοειδές ασφάλισης κάτω σκέλους προσγείωσης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – solenoide no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-05-25 08:22:36]. Disponível em