MOMENTOS WOOK - 20% de desconto em todos os livros
favoritos
va.ci.naseparador fonéticavɐˈsinɐ
nome feminino
1.
εμβόλιο neutro
ainda tenho a marca da vacina
ακόμα έχω το σημάδι από το εμβόλιο
a vacina contra a hepatite
το εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας
a vacina não pegou
το εμβόλιο δεν έπιασε
tomar uma vacina
κάνω ένα εμβόλιο
vacina antirrábica
αντιλυσσικό εμβόλιο
vacina antitetânica
αντιτετανικό εμβόλιο
vacina antivariólica
αντευλογικό εμβόλιο
vacina contra a poliomielite
εμβόλιο κατά της πολιομυελίτιδας
vacina que imuniza contra a gripe
εμβόλιο που ανοσοποιεί ενάντια στη γρίπη
2.
εμβολιασμός masculino
boletim de vacinas
βιβλιάριο εμβολιασμών
tenho que ir à vacina
πρέπει να πάω για εμβολιασμό
3.
MEDICINA, VETERINÁRIA δαμαλίδα
gado atacado de vacina
βόδια που προσβλήθηκαν από δαμαλίδα
vacina
Presente do Indicativo do verbo vacinar
expandir
eu
vacino
tu
vacinas
ele, ela, você
vacina
nós
vacinamos
vós
vacinais
eles, elas, vocês
vacinam
Imperativo do verbo vacinar
expandir
vacina
tu
vacine
ele, ela, você
vacinemos
nós
vacinai
vós
vacinem
eles, elas, vocês

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • immunology / pharmaceutical industry / biotechnology
    vacina
    el
    εμβόλιο
  • biotechnology / pharmaceutical industry / vaccine
    vacina ADN
    el
    εμβόλιο DNA
  • animal health
    vacina viva
    el
    ζων εμβόλιο
  • pharmaceutical industry / vaccine
    dose de vacina / dose vacinal
    el
    δόση εμβολίου
  • pharmaceutical industry / vaccine
    vacina toxoide / toxoide
    el
    τοξοειδές, τοξοειδές εμβόλιο
  • biotechnology / pharmaceutical industry / vaccine
    vacina proteíca / vacina à base de proteínas
    el
    πρωτεϊνικό εμβόλιο
  • pharmaceutical industry / animal health
    vacina autógena
    el
    αυτογενές εμβόλιο
  • medical science / pharmaceutical industry
    vacina anticolérica / vacina de Kolle
    el
    αντιχολερικό εμβόλιο του Kolle
  • vaccine
    vacina de vírus inativado / vacina inativada
    el
    νεκρό εμβόλιο, αδρανοποιημένο εμβόλιο
  • pharmaceutical industry / vaccine
    vacina combinada
    el
    συνδυασμένο εμβόλιο
  • pharmaceutical industry / animal health
    vacina marcadora / vacina com marcador
    el
    ιχνηθετικό εμβόλιο
  • pharmaceutical industry / vaccine
    vacina de reforço / dose de reforço
    el
    αναμνηστικό εμβόλιο, αναμνηστική δόση
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / pharmaceutical industry / ENVIRONMENT / life sciences / animal health
    vacina antiaftosa / vacina contra a febre aftosa
    el
    εμβόλιο κατά του αφθώδους πυρετού, αντιαφθώδης εμβολιασμός
  • medical science / pharmaceutical industry / animal health
    vacina polivalente / vacina multivalente
    el
    πολυδύναμο εμβόλιο
  • pharmaceutical industry
    vacina monovalente
    el
    μονοδύναμο εμβόλιο
  • information technology industry
    vacina informática
    el
    εμβόλιο
  • medical science
    vacina da varicela
    el
    εμβόλιο ανεμευλογιάς
  • medical science
    vacina veterinária
    el
    κτηνιατρικό εμβόλιο
  • health policy / pharmaceutical industry
    vacina pneumocócica / vacina antipneumocócica
    el
    εμβόλιο πνευμονιόκοκκου
  • biotechnology / pharmaceutical industry / vaccine
    vacina recombinante
    el
    ανασυνδυασμένο εμβόλιο
  • medical science
    vacina antitetânica / vacina contra o tétano
    el
    αντιτετανικός εμβολιασμός
  • pharmaceutical industry
    vacina viva atenuada
    el
    ζων εξασθενημένο εμβόλιο, ζων εμβόλιο
  • vaccine
    efetividade da vacina / eficácia após autorização
    el
    αποτελεσματικότητα εμβολίου
  • biotechnology / pharmaceutical industry / vaccine
    vacina de vetor viral
    el
    εμβόλιο ιικού φορέα, εμβόλιο που βασίζεται σε ιικούς φορείς
  • pharmaceutical industry
    vacina com deleção gE
    el
    εμβόλιο από ιό από τον οποίο έχει αφαιρεθεί το γονίδιο gE
  • vaccine
    vacina de subunidades
    el
    εμβόλιο υπομονάδας
  • medical science
    vacina da poliomielite
    el
    αντιπολιομυελιτικό εμβόλιο
  • health policy / pharmaceutical industry
    vacina antipneumocócica
    el
    εμβόλιο πνευμονιόκοκκου από σύζευξη
  • vaccine
    vacina de vetores vivos recombinantes / vacina de vetor vivo recombinante / vacina viva recombinante
    el
    ανασυνδυασμένο εμβόλιο ζωντανού φορέα, εμβόλιο από ανασυνδυασμό ζωντανού φορέα
  • vaccine / vaccination
    dose adicional de vacina / dose adicional
    el
    πρόσθετη δόση, πρόσθετη δόση εμβολίου
  • vaccine
    vacina contra a Covid-19
    el
    εμβολιασμός Covid-19, εμβόλιο κατά της COVID-19
  • biotechnology / pharmaceutical industry / vaccine
    vacina de ácido nucleico
    el
    εμβόλιο νουκλεϊκών οξέων
  • health
    Aliança Global para Vacinas e Imunização / GAVI, a Aliança da Vacina / Aliança GAVI / Aliança para as Vacinas
    el
    Gavi, Συμμαχία GAVI, Παγκόσμια Συμμαχία για τα Εμβόλια και την Ανοσοποίηση
  • vaccine
    vacina com vírus atenuado / vacina com vírus vivos atenuados
    el
    εμβόλιο ζώντος ιού, εμβόλιο από ζώντες εξασθενημένους ιούς, εμβόλιο με ζώντα εξασθενημένο ιό, εμβόλιο εξασθενημένου ιού
  • health
    VRA / vacina da raiva adsorvida
    el
    προσροφημένο αντιλυσσικό εμβόλιο, RVA
  • health
    vacina inativada adjuvante
    el
    νεκρό ενισχυμένο εμβόλιο
  • disease prevention
    doença prevenida por vacina / doença que pode ser prevenida por vacinação / doença de prevenção vacinal / doença prevenível por vacinação
    el
    ασθένεια που προλαμβάνεται με εμβολιασμό, ασθένεια που προλαµβάνεται µε τον εµβολιασµό
  • vaccine
    vacina com adjuvante oleoso
    el
    εμβόλιο με ανοσοενισχυτικό έλαιο
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – vacina no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-21 20:45:59]. Disponível em

Língua Gestual Portuguesa

ver a entrada vacina

thumbnail gesto
ver
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • immunology / pharmaceutical industry / biotechnology
    vacina
    el
    εμβόλιο
  • biotechnology / pharmaceutical industry / vaccine
    vacina ADN
    el
    εμβόλιο DNA
  • animal health
    vacina viva
    el
    ζων εμβόλιο
  • pharmaceutical industry / vaccine
    dose de vacina / dose vacinal
    el
    δόση εμβολίου
  • pharmaceutical industry / vaccine
    vacina toxoide / toxoide
    el
    τοξοειδές, τοξοειδές εμβόλιο
  • biotechnology / pharmaceutical industry / vaccine
    vacina proteíca / vacina à base de proteínas
    el
    πρωτεϊνικό εμβόλιο
  • pharmaceutical industry / animal health
    vacina autógena
    el
    αυτογενές εμβόλιο
  • medical science / pharmaceutical industry
    vacina anticolérica / vacina de Kolle
    el
    αντιχολερικό εμβόλιο του Kolle
  • vaccine
    vacina de vírus inativado / vacina inativada
    el
    νεκρό εμβόλιο, αδρανοποιημένο εμβόλιο
  • pharmaceutical industry / vaccine
    vacina combinada
    el
    συνδυασμένο εμβόλιο
  • pharmaceutical industry / animal health
    vacina marcadora / vacina com marcador
    el
    ιχνηθετικό εμβόλιο
  • pharmaceutical industry / vaccine
    vacina de reforço / dose de reforço
    el
    αναμνηστικό εμβόλιο, αναμνηστική δόση
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / pharmaceutical industry / ENVIRONMENT / life sciences / animal health
    vacina antiaftosa / vacina contra a febre aftosa
    el
    εμβόλιο κατά του αφθώδους πυρετού, αντιαφθώδης εμβολιασμός
  • medical science / pharmaceutical industry / animal health
    vacina polivalente / vacina multivalente
    el
    πολυδύναμο εμβόλιο
  • pharmaceutical industry
    vacina monovalente
    el
    μονοδύναμο εμβόλιο
  • information technology industry
    vacina informática
    el
    εμβόλιο
  • medical science
    vacina da varicela
    el
    εμβόλιο ανεμευλογιάς
  • medical science
    vacina veterinária
    el
    κτηνιατρικό εμβόλιο
  • health policy / pharmaceutical industry
    vacina pneumocócica / vacina antipneumocócica
    el
    εμβόλιο πνευμονιόκοκκου
  • biotechnology / pharmaceutical industry / vaccine
    vacina recombinante
    el
    ανασυνδυασμένο εμβόλιο
  • medical science
    vacina antitetânica / vacina contra o tétano
    el
    αντιτετανικός εμβολιασμός
  • pharmaceutical industry
    vacina viva atenuada
    el
    ζων εξασθενημένο εμβόλιο, ζων εμβόλιο
  • vaccine
    efetividade da vacina / eficácia após autorização
    el
    αποτελεσματικότητα εμβολίου
  • biotechnology / pharmaceutical industry / vaccine
    vacina de vetor viral
    el
    εμβόλιο ιικού φορέα, εμβόλιο που βασίζεται σε ιικούς φορείς
  • pharmaceutical industry
    vacina com deleção gE
    el
    εμβόλιο από ιό από τον οποίο έχει αφαιρεθεί το γονίδιο gE
  • vaccine
    vacina de subunidades
    el
    εμβόλιο υπομονάδας
  • medical science
    vacina da poliomielite
    el
    αντιπολιομυελιτικό εμβόλιο
  • health policy / pharmaceutical industry
    vacina antipneumocócica
    el
    εμβόλιο πνευμονιόκοκκου από σύζευξη
  • vaccine
    vacina de vetores vivos recombinantes / vacina de vetor vivo recombinante / vacina viva recombinante
    el
    ανασυνδυασμένο εμβόλιο ζωντανού φορέα, εμβόλιο από ανασυνδυασμό ζωντανού φορέα
  • vaccine / vaccination
    dose adicional de vacina / dose adicional
    el
    πρόσθετη δόση, πρόσθετη δόση εμβολίου
  • vaccine
    vacina contra a Covid-19
    el
    εμβολιασμός Covid-19, εμβόλιο κατά της COVID-19
  • biotechnology / pharmaceutical industry / vaccine
    vacina de ácido nucleico
    el
    εμβόλιο νουκλεϊκών οξέων
  • health
    Aliança Global para Vacinas e Imunização / GAVI, a Aliança da Vacina / Aliança GAVI / Aliança para as Vacinas
    el
    Gavi, Συμμαχία GAVI, Παγκόσμια Συμμαχία για τα Εμβόλια και την Ανοσοποίηση
  • vaccine
    vacina com vírus atenuado / vacina com vírus vivos atenuados
    el
    εμβόλιο ζώντος ιού, εμβόλιο από ζώντες εξασθενημένους ιούς, εμβόλιο με ζώντα εξασθενημένο ιό, εμβόλιο εξασθενημένου ιού
  • health
    VRA / vacina da raiva adsorvida
    el
    προσροφημένο αντιλυσσικό εμβόλιο, RVA
  • health
    vacina inativada adjuvante
    el
    νεκρό ενισχυμένο εμβόλιο
  • disease prevention
    doença prevenida por vacina / doença que pode ser prevenida por vacinação / doença de prevenção vacinal / doença prevenível por vacinação
    el
    ασθένεια που προλαμβάνεται με εμβολιασμό, ασθένεια που προλαµβάνεται µε τον εµβολιασµό
  • vaccine
    vacina com adjuvante oleoso
    el
    εμβόλιο με ανοσοενισχυτικό έλαιο
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – vacina no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-21 20:45:59]. Disponível em