vos.so
ˈvɔsu
ˈvɔsudeterminante possessivo
1.
σας
a vossa casa é grande?
το σπίτι σας είναι μεγάλο;
a vossa filha que idade tem?
η κόρη σας πόσων χρονών είναι;
a vossa presença muito me apraz
η παρουσία σας πολύ μ' ευχαριστεί
à vossa saúde!
στην υγεία σας!
esta é a vossa única oportunidade
αυτή είναι η μοναδική σας ευκαιρία
tomem os vossos lugares!
πάρτε τις θέσεις σας!
um amigo vosso
ένας φίλος σας
2.
(ênfase) δικός σας
não, este é que é o vosso livro
όχι, αυτό είναι το δικό σας βιβλίο
pronome possessivo
δικός σας
este dicionário é meu, e esse é vosso
αυτό το λεξικό είναι δικό μου, κι αυτό είναι δικό σας
o nosso carro é mais velho do que o vosso
το αμάξι μας είναι πιο παλιό από το δικό σας
que tipo de relação é a vossa?
τι είδους σχέση είναι η δική σας;
Partilhar
Como referenciar 
vosso – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/vosso [visualizado em 2026-07-31 15:24:31].