albergar

al.ber.gar
aɫbərˈɡar
verbo transitivo
1.
φιλοξενώ, στεγάζω, παρέχω κατάλυμα [σε]
albergou-o por alguns dias
τον φιλοξένησε για λίγες μέρες
2.
στεγάζω
edifício que alberga uma escola
κτίριο που στεγάζει ένα σχολείο
3.
figurado τρέφω
ainda alberga a esperança de ver o filho feliz
ακόμα τρέφει την ελπίδα να δει τον γιο της ευτυχισμένο
ANAGRAMAS
Porto Editora – albergar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 21:08:00]. Disponível em