arrebatar

ar.re.ba.tar
ɐʀəbɐˈtar
verbo transitivo
1.
αρπάζω
a morte arrebatou-o cedo
ο θάνατος τον άρπαξε πρόωρα
o livro foi-lhe arrebatado das mãos
του άρπαξαν το βιβλίο από τα χέρια
2.
παρασέρνω, αρπάζω
as ondas arrebataram-no para o largo
τα κύματα τον παρέσυραν στα ανοικτά
3.
αποσπώ
arrebatou várias condecorações
απέσπασε μερικά παράσημα
4.
figurado συναρπάζω, συνεπαίρνω
a notícia arrebatou a multidão
η είδηση συνεπήρε το πλήθος
5.
figurado εκστασιάζω, θέλγω, συναρπάζω, συνεπαίρνω, γοητεύω
beleza que arrebata
ομορφιά που σε συναρπάζει
música que arrebata
μουσική που εκστασιάζει
Porto Editora – arrebatar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 11:27:23]. Disponível em