verbo pronominal
1.
ρίχνομαι
arrojar-se aos pés (de alguém)
ρίχνομαι στα πόδια (κάποιου)
arrojou-se para o meio da batalha
ρίχτηκε στην καρδιά της μάχης
para não ser atropelado, arrojou-se para o lado
για να μην το πατήσει το αμάξι, ρίχτηκε στο πλάι
2.
τολμώ [a, να], αποτολμώ [a, να]
arrojou-se a espreitar para fora
τόλμησε να κρυφοκοιτάξει έξω
foi o primeiro da aldeia a arrojar-se no mar alto
ήταν ο πρώτος στο χωριό που αποτόλμησε να ξανοιχτεί στη θάλασσα
ninguém se arrojou a sair à rua
κανείς δεν τόλμησε να βγει έξω
só ele se arrojou a fazer objeções
μόνο αυτός αποτόλμησε να φέρει αντιρρήσεις
3.
ρίχνομαι, κατακρημνίζομαι
arrojou-se do alto da falésia
κατακρημνίστηκε από την κορυφή του βράχου
4.
τολμώ [a, να], έχω την αναίδεια [a, να], έχω την αυθάδεια [a, να]
vê lá tu que se arrojou a exigir uma explicação
φαντάσου, είχε την αυθάδεια να απαιτήσει εξηγήσεις
Partilhar
Como referenciar 
arrojar-se – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/arrojar-se [visualizado em 2026-07-21 23:32:22].