beneficiar

be.ne.fi.ci.ar
bənəfiˈsjar
verbo transitivo
1.
ευεργετώ
família rica que beneficiou a sua terra natal
πλούσια οικογένεια που ευεργέτησε τη γενέτειρά της
2.
ωφελώ
a obra beneficiou toda a região
το έργο ωφέλησε όλη την περιοχή
investigações que beneficiaram o progresso da medicina
έρευνες που ωφέλησαν την πρόοδο της ιατρικής
o adubo beneficiou o rendimento do campo
το λίπασμα ωφέλησε την αποδοτικότητα του χωραφιού
3.
ευνοώ, ωφελώ
esta lei beneficia o patronato
αυτός ο νόμος ευνοεί την εργοδοσία
o árbitro beneficiou uma das equipas
ο διαιτητής ευνόησε τη μια από τις ομάδες
o júri beneficiou um dos concorrentes
η κριτική επιτροπή ωφέλησε τον έναν από τους διαγωνιζόμενους
o professor não beneficia nenhum aluno
ο καθηγητής δεν ευνοεί κανένα μαθητή
4.
αναβαθμίζω, βελτιώνω, καλυτερεύω
foram feitas obras para beneficiar a acústica da sala
έγιναν έργα αναβάθμισης της ακουστικής της αίθουσας
5.
ευεργετούμαι [de, από]
toda a família beneficiou da herança
όλη η οικογένεια ευεργετήθηκε από την κληρονομιά
6.
ωφελούμαι [de, από/gen.]
beneficiar duma bolsa de estudos
ωφελούμαι μιας υποτροφίας
ela beneficiou dos estudos anteriores
αυτή ωφελήθηκε από τις προηγούμενες μελέτες
tem direito a beneficiar do serviço público de saúde
δικαιούται να ωφελείται από το δημόσιο σύστημα υγείας
7.
ευνοούμαι [de, από], ωφελούμαι [de, από/gen.]
beneficiar de regalias especiais
ωφελούμαι από ειδικά προνόμια
beneficiou da indulgência do juiz
ευνοήθηκε από την επιείκεια του δικαστή
8.
αναβαθμίζομαι [com, από/με], βελτιώνομαι [com, από/με]
o edifício beneficiou com o acrescento doutra ala
το κτίριο αναβαθμίστηκε με την προσθήκη άλλης πτέρυγας
Porto Editora – beneficiar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 05:43:52]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
navio que deva beneficiar de uma licença de pesca
σκάφος που διαθέτει άδεια αλιείας
exploração que beneficia de um estatuto zoossanitário específico
εκμετάλλευση η οποία απολαύει ενός ιδιαίτερου ζωοϋγειονομικού καθεστώτος
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR
vinho beneficiado / vinho enriquecido com álcool / vinho fortificado / vinho tratado
ενισχυμένο κρασί, κρασί εμπλουτισμένο με αλκοόλη, οίνος ενισχυμένος
ATIVIDADE POLÍTICA
beneficiar dos serviços de um intérprete
δικαιούμαι να ζητήσω τις υπηρεσίες διερμηνέα
VER +