MOMENTOS WOOK - 20% de desconto em todos os livros
favoritos
cur.ti.men.toseparador fonéticakurtiˈmẽtu
nome masculino
1.
δέψη feminino
fazer o curtimento de peles
κάνω τη δέψη δερμάτων
2.
βυρσοδεψία feminino, άργασμα neutro
técnicas de curtimento
τεχνικές βυρσοδεψίας
3.
μούλιασμα neutro
curtimento do linho
μούλιασμα λιναριού
4.
ζύμωση feminino
curtimento do vinho
ζύμωση του κρασιού

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • leather industry
    curtimenta / curtimento
    el
    δέψη
  • industrial structures
    curtimento a silicato
    el
    δέψη με άλατα του πυριτίου
  • industrial structures
    curtimenta / maceração
    el
    μούλιασμα, μούσκεμα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    curtimenta
    el
    ζύμωση με τα στέμφυλα
  • industrial structures
    curtimenta
    el
    κατεργασία δερμάτων
  • industrial structures
    curtimenta mista / curtimenta combinada
    el
    συνδυασμένη δέψηση
  • leather industry
    curtimenta mista
    el
    μικτή δέψη, μικτή κατεργασία
  • industrial structures
    curtimenta a óleo
    el
    λιπόδερμα, ελαιόδερμα
  • industrial structures
    curtimenta rápida
    el
    ταχεία δέψη
  • industrial structures
    curtimenta a óleo
    el
    λιπαρή δέψη, κατεργασία με λάδι
  • industrial structures
    curtimenta vegetal
    el
    φυτική δέψη
  • industrial structures
    curtimenta mineral
    el
    δέψη με μεταλλικά άλατα
  • industrial structures
    curtimenta mineral
    el
    δέψη με ανόργανα άλατα, κατεργασία με άλατα
  • industrial structures
    curtimenta vegetal
    el
    φυτική δέψη, φυτική κατεργασία
  • ENVIRONMENT
    licor de curtimenta
    el
    υγρό βυρσοδεψίας
  • industrial structures
    curtimenta em fossa
    el
    δέψη σε υπόγεια δεξαμενή, κατεργασία σε υπόγεια δεξαμενή
  • industrial structures
    curtimenta sintética
    el
    δέψη με συνθετικές δεψικές
  • industrial structures
    curtimenta ao crómio
    el
    δέψη με χρώμιο, κατεργασία με χρώμιο
  • industrial structures
    linho sem curtimenta
    el
    λινάρι ωμό
  • leather industry
    curtimenta à quinona
    el
    δέψη με κινόνη, κατεργασία με κινόνη
  • industrial structures
    curtimenta de anilina
    el
    δέψη με ανηλίνη, κατεργασία με ανηλίνη
  • industrial structures
    curtimenta a semicromo
    el
    δέρμα αναδεψημένο με χρώμιο
  • leather industry / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    preparador de curtimenta / curtidor-alúmen
    el
    βυρσοδέψης λεπτών δερμάτων, λευκαντής δερμάτων
  • industrial structures
    curtimenta a formaldeído
    el
    δέψη με φορμαλδεϋδη
  • industrial structures
    curtimenta a cromo húmida
    el
    υγρό χρωμιόδερμα
  • crop production / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    curtimenta / vinificação com curtimenta / vinificação com maceração
    el
    οινοποίηση με τα στέμφυλα, ζύμωση με τα στέμφυλα, ερυθρά οινοποίηση, οινοποίηση ερυρθών, οινοποίηση με τη φλούδα του σταφυλιού
  • industrial structures
    couro de curtimenta rápida
    el
    δέρμα ταχείας δέψεως
  • industrial structures
    couro de curtimenta simples
    el
    δέρμα μόνο δεψημένο
  • ENVIRONMENT
    licores de curtimenta sem crómio
    el
    Υγρό βυρσοδεψίας που δεν περιέχει χρώμιο
  • ENVIRONMENT
    licores de curtimenta contendo crómio
    el
    Υγρό βυρσοδεψίας που περιέχει χρώμιο
  • industrial structures
    curtimenta combinada a aldeído e óleo
    el
    δέψηση διαδοχική με αλδεϋδη και έλαιο
  • industrial structures
    couro para solado de curtimenta vegetal mista
    el
    δέρμα μεσαίας δέψεως
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – curtimento no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-23 03:11:51]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • leather industry
    curtimenta / curtimento
    el
    δέψη
  • industrial structures
    curtimento a silicato
    el
    δέψη με άλατα του πυριτίου
  • industrial structures
    curtimenta / maceração
    el
    μούλιασμα, μούσκεμα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    curtimenta
    el
    ζύμωση με τα στέμφυλα
  • industrial structures
    curtimenta
    el
    κατεργασία δερμάτων
  • industrial structures
    curtimenta mista / curtimenta combinada
    el
    συνδυασμένη δέψηση
  • leather industry
    curtimenta mista
    el
    μικτή δέψη, μικτή κατεργασία
  • industrial structures
    curtimenta a óleo
    el
    λιπόδερμα, ελαιόδερμα
  • industrial structures
    curtimenta rápida
    el
    ταχεία δέψη
  • industrial structures
    curtimenta a óleo
    el
    λιπαρή δέψη, κατεργασία με λάδι
  • industrial structures
    curtimenta vegetal
    el
    φυτική δέψη
  • industrial structures
    curtimenta mineral
    el
    δέψη με μεταλλικά άλατα
  • industrial structures
    curtimenta mineral
    el
    δέψη με ανόργανα άλατα, κατεργασία με άλατα
  • industrial structures
    curtimenta vegetal
    el
    φυτική δέψη, φυτική κατεργασία
  • ENVIRONMENT
    licor de curtimenta
    el
    υγρό βυρσοδεψίας
  • industrial structures
    curtimenta em fossa
    el
    δέψη σε υπόγεια δεξαμενή, κατεργασία σε υπόγεια δεξαμενή
  • industrial structures
    curtimenta sintética
    el
    δέψη με συνθετικές δεψικές
  • industrial structures
    curtimenta ao crómio
    el
    δέψη με χρώμιο, κατεργασία με χρώμιο
  • industrial structures
    linho sem curtimenta
    el
    λινάρι ωμό
  • leather industry
    curtimenta à quinona
    el
    δέψη με κινόνη, κατεργασία με κινόνη
  • industrial structures
    curtimenta de anilina
    el
    δέψη με ανηλίνη, κατεργασία με ανηλίνη
  • industrial structures
    curtimenta a semicromo
    el
    δέρμα αναδεψημένο με χρώμιο
  • leather industry / EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    preparador de curtimenta / curtidor-alúmen
    el
    βυρσοδέψης λεπτών δερμάτων, λευκαντής δερμάτων
  • industrial structures
    curtimenta a formaldeído
    el
    δέψη με φορμαλδεϋδη
  • industrial structures
    curtimenta a cromo húmida
    el
    υγρό χρωμιόδερμα
  • crop production / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    curtimenta / vinificação com curtimenta / vinificação com maceração
    el
    οινοποίηση με τα στέμφυλα, ζύμωση με τα στέμφυλα, ερυθρά οινοποίηση, οινοποίηση ερυρθών, οινοποίηση με τη φλούδα του σταφυλιού
  • industrial structures
    couro de curtimenta rápida
    el
    δέρμα ταχείας δέψεως
  • industrial structures
    couro de curtimenta simples
    el
    δέρμα μόνο δεψημένο
  • ENVIRONMENT
    licores de curtimenta sem crómio
    el
    Υγρό βυρσοδεψίας που δεν περιέχει χρώμιο
  • ENVIRONMENT
    licores de curtimenta contendo crómio
    el
    Υγρό βυρσοδεψίας που περιέχει χρώμιο
  • industrial structures
    curtimenta combinada a aldeído e óleo
    el
    δέψηση διαδοχική με αλδεϋδη και έλαιο
  • industrial structures
    couro para solado de curtimenta vegetal mista
    el
    δέρμα μεσαίας δέψεως
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – curtimento no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-07-23 03:11:51]. Disponível em