distrair

dis.tra.ir
diʃtrɐˈir
verbo transitivo
1.
αποσπώ/διασπώ την προσοχή [-/de, από]
a conversa distraiu-a das obrigações
η κουβέντα απέσπασε την προσοχή της από τις υποχρεώσεις της
aquele barulho distraiu-me
εκείνος ο θόρυβος απέσπασε την προσοχή μου
2.
διασκεδάζω, ψυχαγωγώ
um espetáculo que distrai miúdos e graúdos
ένα θέαμα που διασκεδάζει μικρούς και μεγάλους
3.
κάνω να ξεχάσει [-/de, -], κάνω να ξεσκάσει [-/de, από]
levou-me a passear, para me distrair dos problemas
με πήγε για έναν περίπατο, για να με κάνει να ξεχάσω τα προβλήματα
Porto Editora – distrair no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-07 00:53:48]. Disponível em