embalar

em.ba.lar
ẽbɐˈlar
verbo transitivo
1.
νανουρίζω, λικνίζω
embalar um bebé no berço/nos braços
νανουρίζω ένα μωρό στην κούνια του/στην αγκαλιά μου
embalar um bebé para o adormecer
νανουρίζω ένα μωρό για να το κοιμίσω
2.
figurado δελεάζω
embalar (alguém) com palavras enganadoras
δελεάζω (κάποιον) με απατηλά λόγια
3.
συσκευάζω, πακετάρω, αμπαλάρω, τυλίγω
depois de contadas, as peças foram embaladas
αφού μετρήθηκαν, τα εξαρτήματα συσκευάστηκαν
embalar prendas
αμπαλάρω δώρα
embalar um serviço
πακετάρω ένα σερβίτσιο
4.
(armas de fogo) γεμίζω, γομώνω
embalar um revólver
γεμίζω ένα περίστροφο
5.
δίνω φόρα [σε]
embalar um veículo
δίνω φόρα σε όχημα
verbo intransitivo
παίρνω φόρα
como a rua era a descer, a bicicleta embalou
αφού ο δρόμος ήταν κατηφορικός, το ποδήλατο πήρε φόρα
difícil foi embalar, agora tudo vai só por si
το δύσκολο ήταν να πάρουμε φόρα, τώρα όλα πάνε από μόνα τους
canção de embalar
νανούρισμα
ANAGRAMAS
Porto Editora – embalar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 16:44:47]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
tabaco embalado / tabaco enfardado
δεματοποιημένος καπνός
INDÚSTRIA
máquina de embalar com filme retrátil
Mηχανή πακεταρίσματος
máquina para embalar as fitas
μηχανή περιτύλιξης ταινιών
máquina de embalar as tranças
μηχανή περιτύλιξης κορδονιών
PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
arame para embalar
σύρμα δεματοποίησης
objeto a embalar
αντικείμενο προς συσκευασία
embalado em banda contínua
ομαδική συσκευασία
VER +