forte

for.te
ˈfɔrt(ə)
adjetivo de 2 géneros
1.
δυνατός, γερός, στιβαρός
forte arcaboiço
γερή κράση
músculos fortes
δυνατοί μύες
tem braços fortes
έχει στιβαρά μπράτσα
2.
(pessoa) δυνατός, ρωμαλέος
um jovem bem forte
ένας πολύ ρωμαλέος νεαρός
3.
δυνατός
a luz forte incomodava-a
την ενοχλούσε το δυνατό φως
bebida forte
δυνατό ποτό
chuva forte
δυνατή βροχή
soprava um vento forte
φυσούσε ένας δυνατός άνεμος
tomar um chá forte
πίνω δυνατό τσάι
4.
δυνατός, γερός
deu-lhe um forte pontapé
του κατάφερε μια δυνατή κλοτσιά
está com uma forte constipação
έχει ένα γερό κρυολόγημα
ter dentes fortes
έχω γερά δόντια
5.
δυνατός, γερός, ισχυρός
oferecer forte resistência
προβάλλω δυνατή αντίσταση
sentimos um abalo forte
νιώσαμε ένα γερό ταρακούνημα
6.
δυνατός, σθεναρός
manteve-se forte naquele período crítico
διατηρήθηκε δυνατός σ' εκείνη την κριτική περίοδο
7.
δυνατός, ισχυρός
formaram um consórcio forte
σχημάτισαν μια ισχυρή κοινοπραξία
país que sofre a influência dum vizinho forte
χώρα που υφίσταται την επιρροή ενός δυνατού γείτονα
um líder forte
ένας ισχυρός αρχηγός
8.
γερός, ανθεκτικός, δυνατός, στερεός
a guita que atava o embrulho era forte
ο σπάγκος που έδενε το δέμα ήταν γερός
os alicerces fortes duma construção
τα γερά θεμέλια μιας οικοδομής
preferiu empregar materiais fortes
προτίμησε να χρησιμοποιήσει ανθεκτικά υλικά
uma corda forte
ένα δυνατό σκοινί
9.
ισχυρός, δυνατός, στερεός
moeda forte
ισχυρό νόμισμα
10.
σθεναρός, σοβαρός
apresentar fortes objeções
προβάλλω σοβαρές αντιρρήσεις
ter fortes probabilidades de...
έχω σθεναρές πιθανότητες να...
tinha fortes suspeitas de que o estavam a enganar
είχε σοβαρές υποψίες ότι τον γελούσαν
11.
παχύς, χοντρός, γεμάτος
ela quer emagrecer, acha-se um tanto forte
αυτή θέλει να αδυνατίσει, θεωρεί τον εαυτό της κάπως παχύ
ele está mais forte do que quando era novo
είναι πιο γεμάτος απ' όσο όταν ήταν νέος
12.
καλός, δυνατός
ele é pouco forte em futebol
αυτός είναι ελάχιστα καλός στο ποδόσφαιρο
é muito forte em geografia
είναι πολύ καλός στη γεωγραφία
13.
δυνατός, έντονος
ela gosta de cores fortes
της αρέσουν τα έντονα χρώματα
foi uma emoção forte
ήταν μια δυνατή συγκίνηση
senti um cheiro forte
αισθάνθηκα μια έντονη μυρωδιά
14.
δυνατός, ηχηρός
voz forte
δυνατή φωνή
15.
MÚSICA ηχηρός, έντονος
tempo forte
ηχηρό τέμπο
nome masculino
1.
ισχυρός, δυνατός
uniu-se aos fracos para combater os fortes
ενώθηκε με τους αδυνάτους για να πολεμήσει τους δυνατούς
2.
οχυρό neutro , φρούριο neutro , οχύρωμα neutro
as tropas cercaram o forte
τα στρατεύματα πολιόρκησαν το οχυρό
defenderam o forte até ao último homem
υπεράσπισαν το οχυρό μέχρι τον τελευταίο άντρα
o forte caiu nas mãos do inimigo
το φρούριο έπεσε στα χέρια του εχθρού
3.
φόρτε neutro , δυνατό σημείο neutro
a matemática (não) é o meu forte
τα μαθηματικά (δεν) είναι το φόρτε μου
no amor, a constância não é o seu forte
στον έρωτα, η σταθερότητα δεν είναι το δυνατό του σημείο
4.
MÚSICA φόρτε neutro
fazer notar bem os fortes duma música
κάνω να ξεχωρίζουν καλά τα φόρτε μιας μουσικής
advérbio
1.
δυνατά
bater forte
χτυπώ δυνατά
2.
έντονα
impressão que se gravou forte na sua mente
εντύπωση που χαράχτηκε έντονα στο μυαλό του
fazer-se forte
δεν υποχωρώ
forte e feio
σφοδρά
Porto Editora – forte no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-27 18:18:28]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
sistema do resto mais forte
μέθοδος του υψηλοτέρου υπολοίπου
ventania / vento muito forte
θυελλώδης άνεμος
aviso de vento muito forte
προαναγγελία θυελλώδους ανέμου
ATIVIDADE POLÍTICA, CIÊNCIAS
bastante forte
αρκετά ισχυρός
muito forte
πολύ ισχυρός
CIÊNCIAS
ligação mecânica forte
ισχυρός μηχανικός δεσμός
região de forte potencial comercial
περιοχή με σημαντικό εμπορικό δυναμικό
vento forte
ισχυρός άνεμος
VER +