gé.ni.o
ˈʒɛnju
ˈʒɛnjunome masculino
1.
δαίμονας, πνεύμα neutro
o génio tutelar duma família romana
ο φύλακας δαίμονας μιας ρωμαϊκής οικογένειας
um génio bom/mau
ένας καλός/κακός δαίμονας
2.
τζίνι neutro
génio da lâmpada
τζίνι του λυχναριού
3.
ιδιοσυγκρασία feminino, χαρακτήρας
é uma pessoa de génio muito fogoso
είναι άνθρωπος με πολύ ευερέθιστη ιδιοσυγκρασία
pessoa de génio brando
άνθρωπος με ήπια ιδιοσυγκρασία
4.
ιδιοφυΐα feminino, μεγαλοφυΐα feminino
admiro o seu génio
θαυμάζω τη μεγαλοφυΐα του
o seu génio distingue-o dos colegas
η ιδιοφυΐα του τον διακρίνει από τους συναδέλφους του
ter génio criador
διαθέτω δημιουργική ιδιοφυΐα
5.
διάνοια feminino, ιδιοφυΐα feminino, μεγαλοφυΐα feminino
ser um génio
είμαι διάνοια
6.
δαιμόνιο neutro, ταλέντο neutro
ter génio para o negócio
έχω δαιμόνιο για τις μπίζνες
7.
δαιμόνιο neutro
exaltar o génio do povo português
εξαίρω το δαιμόνιο του πορτογαλικού λαού
8.
coloquial δυστροπία feminino, οξυθυμία feminino
que génio!
τι δυστροπία!
bom génio
προσήνεια
de génio
μεγαλοφυής, ιδιοφυής
foi uma jogada de génio
ήταν μια μεγαλοφυής κίνηση mau génio
δυστροπία
o seu mau génio atenuou-se um pouco
η δυστροπία του μετριάστηκε κάπως ter bom génio
είμαι καλοσυνάτος
ter mau génio
είμαι δύστροπος
Partilhar
Como referenciar 
génio – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/génio [visualizado em 2026-07-10 15:56:12].