carácter

ca.rác.ter
kɐˈra(k)tɛr
nome masculino
plural: caracteres
1.
χαρακτήρας, ψυχοσύνθεση feminino
carácter abjeto
χαμερπής χαρακτήρας
força de carácter
δύναμη χαρακτήρος
firmeza de carácter
σταθερότητα χαρακτήρα
formação do carácter
διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης
fraqueza de carácter
αδυναμία χαρακτήρα
traço de carácter
γνώρισμα χαρακτήρα
um carácter íntegro
ακέραιος χαρακτήρας
um carácter rígido
αυστηρός χαρακτήρας
2.
χαρακτήρας
comédia de caracteres
κωμωδία χαρακτήρων
3.
ήθος neutro , χαρακτήρας
atitude que revela carácter
στάση που φανερώνει ήθος
defeito de carácter
ελάττωμα χαρακτήρα
falta de carácter
έλλειψη ήθους
pessoa de carácter
άνθρωπος με χαρακτήρα
sem carácter
χωρίς ήθος
ser uma pessoa de carácter
είμαι άνθρωπος με ήθος
4.
χαρακτήρας, στοιχείο neutro
carácter árabe
αραβικό στοιχείο
caracteres de imprensa
τυπογραφικοί χαρακτήρες
caracteres gregos
ελληνικοί χαρακτήρες
5.
γνωρίσματα neutro,plural
povo com carácter bem marcado
λαός με πολύ ξεχωριστά γνωρίσματα
6.
χαρακτήρας, φύση feminino
escritos de carácter pessoal
γραπτά προσωπικής φύσεως
informação de carácter oficioso
πληροφορία ανεπίσημης φύσης
sociedade de carácter comunitário
κοινωνία με κοινοτικό χαρακτήρα
um texto de carácter subversivo
ένα κείμενο με ανατρεπτικό χαρακτήρα
também se pode escrever caráter
Como referenciar: Porto Editora – carácter no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-28 09:22:52]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO, QUESTÕES SOCIAIS
estada com carácter familiar e particular
διαμονή για προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
carácter de enchimento
χαρακτήρας πλήρωσης
FINANÇAS
actividade de carácter operacional
ενέργεια επιχειρησιακού χαρακτήρα
VER +