guardar

guar.dar
ɡwɐrˈdar
verbo transitivo
1.
φυλάω, φρουρώ
guardar o palácio presidencial
φρουρώ το προεδρικό μέγαρο
os seguranças guardam a entrada do edifício
οι φύλακες φρουρούν την είσοδο του κτιρίου
2.
φρουρώ
os soldados que guardavam os condenados
οι στρατιώτες που φρουρούσαν τους κρατούμενους
3.
φυλάω
guardar gado
φυλάω τα ζωντανά
o cão ajudava o pastor a guardar o rebanho
ο σκύλος βοηθούσε το βοσκό να φυλάει το κοπάδι του
um alarme que guardava bem a casa
ένας συναγερμός που φυλούσε καλά το σπίτι
4.
φυλάω, βολεύω
confiei-lhe o documento, pedindo-lhe para o guardar em lugar seguro
του παρέδωσα το έγγραφο, ζητώντας του να το φυλάξει σε ασφαλές μέρος
guardar em lugar fresco
φυλάξτε σε δροσερό μέρο
guardar o carro na garagem
βολεύω το αμάξι στο γκαράζ
guardei os copos de cristal
βόλεψα τα κρυστάλλινα ποτήρια
guardou as chaves no bolso
φύλαξε τα κλειδιά στην τσέπη του
guardou o tacho no armário
φύλαξε τον τέντζερε στο ντουλάπι
o polícia guardou a chave das algemas
ο αστυνομικός φύλαξε το κλειδί από τις χειροπέδες
5.
κρατάω, φυλάω, βάζω στην άκρη
fazes bem em guardar dinheiro para o que der e vier
καλά κάνεις που κρατάς χρήματα για παν ενδεχόμενο
guardou aquele vinho para um dia de festa
φύλαξε εκείνο το κρασί για μια γιορτινή μέρα
6.
φυλάω, προστατεύω
minha filha, Deus te guardará
τέκνο μου, ο Θεός θα σε φυλάξει
7.
κρατώ, φυλάω
ela não disse nada, guardou bem o segredo
αυτή δεν είπε τίποτα, κράτησε καλά το μυστικό
8.
τηρώ, κρατώ
guardar silêncio
τηρώ σιωπή
9.
κρατώ, διατηρώ
felizmente, ainda guarda alguma lucidez
ευτυχώς, ακόμα κρατάει κάποια πνευματική διαύγεια
10.
κρατώ, κλείνω
pediu-me para eu lhe guardar o lugar
μου ζήτησε να του φυλάξω τη θέση
telefonei para o restaurante, para me guardarem uma mesa
τηλεφώνησα στο εστιατόριο, για να μου κρατήσουν ένα τραπέζι
11.
κρατώ, αφήνω
guarda isso para mais tarde
άφησέ το αυτό για αργότερα
guardou a pergunta para depois
κράτησε την ερώτηση για μετά
12.
τηρώ, σέβομαι
guardar os dias santos
τηρώ τις θρησκευτικές αργίες
13.
τηρώ
guardar a lei
τηρώ το νόμο
guardar as normas de segurança
τηρώ τους κανόνες ασφαλείας
guardar castidade
τηρώ την αγνότητά μου
14.
κρατώ, τηρώ
guardar as distâncias
τηρώ τις αποστάσεις
15.
(sentimentos) τρέφω, θρέφω
guardar rancor (a alguém)
τρέφω μνησικακία (απέναντι σε κάποιον)
guardar um sentimento de revolta
τρέφω ένα αίσθημα αγανάκτησης
16.
INFORMÁTICA αποθηκεύω
guardar um ficheiro
αποθηκεύω ένα αρχείο
INFORMÁTICA guardar
αποθήκευση
guardar documento
απόθηκευση αρχείου
(provérbio) guarda que comer, não guardes que fazer
μην αφήνεις/μην αναβάλλεις για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα
guardar as aparências
τηρώ/κρατώ τα προσχήματα
ANAGRAMAS
Porto Editora – guardar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-16 10:04:41]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGROALIMENTAR
queijo de guarda
τυρός διατήρησης
ATIVIDADE POLÍTICA
guarda particular ajuramentado
ένορκος ιδιωτικός φύλακας
Corpo de Guardas da Revolução Islâmica / IRGC
Στρατός των φρουρών της ισλαμικής επανάστασης, Σώμα της ισλαμικής επαναστατικής φρουράς
Guarda dos Selos
Σφραγιδοφύλακας
ATIVIDADE POLÍTICA, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
guarda florestal
δασοφύλακας
VER +