i.ma.gi.na.ção
imɐʒinɐˈsɐ̃w̃
imɐʒinɐˈsɐ̃w̃nome feminino
plural: imaginações
1.
φαντασία
espicaçar a imaginação (de alguém)
διεγείρω τη φαντασία (κάποιου)
falta de imaginação
έλλειψη φαντασίας
imaginação delirante
ξέφρενη φαντασία
imaginação doentia
αρρωστημένη φαντασία
imaginação fecunda
γόνιμη φαντασία
tudo constituía alimento para a imaginação do escritor
καθετί ήταν τροφή για τη φαντασία του συγγραφέα
2.
εφευρετικότητα
ideias que são fruto duma imaginação inconcebível
ιδέες που είναι καρπός μιας ασύλληπτης εφευρετικότητας
num rasgo de imaginação, concebeu uma nova máquina
σε μια αναλαμπή εφευρετικότητας, συνέλαβε ένα νέο μηχάνημα
usar a imaginação
χρησιμοποιώ την εφευρετικότητά μου
3.
αποκύημα neutro φαντασίας, φαντασίωση, επινόημα neutro
deixa-te dessas tuas imaginações!
άσε αυτές τις φαντασιώσεις σου!
isso é tudo imaginação
αυτό είναι μόνο αποκύημα φαντασίας
dar largas à imaginação
αφήνω ανεξέλεγκτη τη φαντασία μου
imaginação galopante
καλπάζουσα φαντασία
ter falta de imaginação
έχω φτωχή φαντασία
Partilhar
Como referenciar 
imaginação – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/imaginação [visualizado em 2026-06-16 19:02:39].