lem.bran.ça
lẽˈbrɐ̃sɐ
lẽˈbrɐ̃sɐnome feminino
1.
ενθύμηση, θύμηση
chora à lembrança daquele dia fatídico
κλαίει στη θύμηση εκείνης της μοιραίας μέρας
evito a lembrança daqueles tempos tão felizes
αποφεύγω τη θύμηση εκείνης της τόσο ευτυχισμένης περιόδου
por falta de lembrança
από έλλειψη θύμησης
ter lembrança (de alguém)
έχω ενθύμηση (για κάποιον)
2.
θύμηση
o problema dela não me sai da lembrança
το πρόβλημά της δεν φεύγει από τη θύμησή μου
veio-me à lembrança aquela cena
μου ήρθε στη θύμηση εκείνη η σκηνή
3.
ανάμνηση, θύμηση, ενθύμηση, μνημοσύνη
lembranças da juventude
αναμνήσεις της νιότης
lembranças imperecíveis
άφθαρτες αναμνήσεις
tem lembranças muito antigas
έχει πολύ παλιές θύμησες
4.
ενθύμιο neutro
comprei uma lembrança em Paris para a minha mãe
αγόρασα στο Παρίσι ένα ενθύμιο για τη μητέρα μου
5.
δωράκι neutro
trouxe-lhe uma pequena lembrança
σας έφερα ένα μικρό δωράκι
6.
plural χαιρετισμοί masculino, χαιρετίσματα neutro
as minhas lembranças aos teus pais
τα χαιρετίσματά μου στους γονείς σου
mandar lembranças (a alguém)
στέλνω χαιρετισμούς (σε κάποιον)
Partilhar
Como referenciar 
lembrança – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/lembrança [visualizado em 2026-08-03 14:33:28].