ligeireza

li.gei.re.za
liʒɐjˈrezɐ
nome feminino
1.
σβελτάδα
ter ligeireza de movimentos
διαθέτω σβελτάδα κινήσεων
2.
σβελτάδα, γρηγοράδα
tratou do assunto com ligeireza
χειρίστηκε το ζήτημα με σβελτάδα
3.
ελαφρότητα, ελαφράδα
a ligeireza duma decoração
η ελαφράδα ενός διάκοσμου
4.
ελαφρότητα, ελαφράδα, επιπολαιότητα
não tomes a decisão com essa ligeireza
μην πάρεις την απόφαση με τόση ελαφρότητα
Porto Editora – ligeireza no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 16:29:07]. Disponível em