método

mé.to.do
ˈmɛtudu
nome masculino
1.
μέθοδος feminino
abalançou-se a experimentar um novo método
τόλμησε να πειραματιστεί με μια νέα μέθοδο
a introdução de um método inovador
η εισαγωγή μιας καινοτόμου μεθόδου
comprou um método de aprendizagem de italiano
αγόρασε μια μέθοδο εκμάθησης των ιταλικών
método analítico
αναλυτική μέθοδος
método anticoncecional
αντισυλληπτική μέθοδος
método científico
επιστημονική μέθοδος
método de ensino
μέθοδος διδασκαλίας
método de pesquisa
μέθοδος έρευνας
método de trabalho
μέθοδος εργασίας
método dialético
διαλεκτική μέθοδος
método educativo
εκπαιδευτική μέθοδος
um método infalível
μια αλάθητη μέθοδος
2.
μεθοδικότητα feminino
agindo sem método, os resultados não foram famosos
ενεργώντας χωρίς μεθοδικότητα, τα αποτελέσματα δεν ήταν σπουδαία
estudar com método
μελετώ με μεθοδικότητα
falta de método
έλλειψη μεθοδικότητας
3.
μέθοδος feminino , συμπεριφορά feminino
tive de recorrer a métodos mais persuasivos
αναγκάστηκα να ανατρέξω σε πιο πειστικές μεθόδους
Porto Editora – método no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 07:32:34]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
método cultural
καλλιεργητική μέθοδος
métodos de análise comunitários aplicáveis no setor do vinho
κοινοτικές μέθοδοι ανάλυσης που εφαρμόζονται στον οινικό τομέα
método champanhês
ζύμωση σε φιάλη, μέθοδος Καμπανίας
CIÊNCIAS
método de biossubstitulogia
μέθοδος παραγωγής και χρήσης βιολογικών υποκατάστατων
DIREITO, INDÚSTRIA
método de tensões admissíveis
μέθοδος ανώτατων επιπέδων επιτρεπτής τάσεως
VER +