maltratar

mal.tra.tar
maɫtrɐˈtar
verbo transitivo
1.
κακομεταχειρίζομαι, κακοποιώ
maltratar uma criança
κακοποιώ ένα παιδί
maltratar um cão
κακομεταχειρίζομαι ένα σκύλο
maltratar um preso/escravo
κακομεταχειρίζομαι έναν κρατούμενο/δούλο
2.
κακομεταχειρίζομαι
falam mal, maltratam a língua!
μιλούν άσχημα, κακομεταχειρίζονται τη γλώσσα!
é muito rude, maltrata toda a gente
είναι πολύ άξεστος, κακομεταχειρίζεται τους πάντες
3.
κακομεταχειρίζομαι, επιτίθεμαι αμείλικτα [σε]
a crítica maltratou a representação
η κριτική επιτέθηκε αμείλικτα στην παράσταση
Porto Editora – maltratar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 02:45:39]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
QUESTÕES SOCIAIS
criança maltratada / menor maltratado
κακοποιημένο παιδί, κακοποιημένος ανήλικος