mi.sé.ri.a
miˈzɛrjɐ
miˈzɛrjɐnome feminino
1.
αθλιότητα
chafurda na miséria e no crime
κυλιέται στην αθλιότητα και το έγκλημα
2.
εξαθλίωση
contristou-se ao ver a miséria daquela gente
εθλίβη βλέποντας την εξαθλίωση εκείνων των ανθρώπων
nada pior que a miséria da alma
τίποτα χειρότερο από την εξαθλίωση της ψυχής
3.
ένδεια, ανέχεια, φτώχια, μιζέρια
a guerra lançou-os na miséria
ο πόλεμος τους έριξε στην ένδεια
cair na miséria
πέφτω στην ανέχεια
estar na miséria
βρίσκομαι στην ένδεια
extrema miséria
έσχατη ένδεια
olhou a miséria do outro com olhar indiferente
κοίταξε την ανέχεια του άλλου με αναίσθητο βλέμμα
para ele, os dias de miséria já se foram
γι' αυτόν, οι μέρες ένδειας έφυγαν πια
uma vida de miséria
μια ζωή όλο μιζέρια
4.
αδυναμία, ψεγάδι neutro
devemos desculpar as misérias humanas
οφείλουμε να συγχωρούμε τις ανθρώπινες αδυναμίες
5.
ψίχουλα neutro, plural
o patrão dá-lhe uma miséria
το αφεντικό τού δίνει ψίχουλα
receber uma miséria
παίρνω ψίχουλα
6.
μάτσο neutro χάλια
as coisas estão uma miséria!
τα πράγματα είναι ένα μάτσο χάλια!
hoje, o almoço estava uma miséria!
σήμερα, το μεσημεριανό ήταν ένα μάτσο χάλια!
Partilhar
Como referenciar 
miséria – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/miséria [visualizado em 2026-06-04 09:18:43].