novo

nova
no.vo
ˈnovu
adjetivo
1.
νέος, μικρός
a gente nova
οι νέοι άνθρωποι
ainda é nova, mas já tem algumas maleitas
είναι ακόμα νέα, αλλά έχει κιόλας μερικές ψιλοαρρώστιες
desde novo
από μικρός
embora ainda seja relativamente novo, está muito acabado
αν και σχετικά νέος, είναι πολύ καταβεβλημένος
gente nova
νέοι άνθρωποι
o pai dele morreu novo
ο πατέρας του πέθανε νέος
rapariga nova
νέα κοπέλα
2.
νέος, καινούργιος
abalançou-se a experimentar um novo método
τόλμησε να πειραματιστεί με μια νέα μέθοδο
a nova produção de batatas
η καινούργια παραγωγή πατάτας
ele começou uma nova experiência
αυτός άρχισε ένα νέο πείραμα
estamos a viver uma nova época
ζούμε μια νέα εποχή
hoje em dia, há muitas profissões novas
σήμερα, υπάρχουν πολλά νέα επαγγέλματα
novas perspetivas se abrem à sua frente
νέες προοπτικές ανοίγονται μπροστά του
novos rumos da ciência
καινούργιες κατευθύνσεις της επιστήμης
o ministro esteve presente na abertura do novo museu
ο υπουργός παρευρέθηκε στα εγκαίνια του νέου μουσείου
o nosso novo professor
ο καινούργιος καθηγητής μας
os novos indícios comprovam o seu testemunho
οι νέες ενδείξεις επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία του
sentia que estava a começar uma nova vida
ένιωθε ότι ξεκινούσε μια καινούργια ζωή
um novo ponto de vista
μια νέα άποψη
vejo aqui muitas caras novas
βλέπω εδώ πολλά καινούργια πρόσωπα
vinho novo
καινούργιο κρασί
3.
καινούργιος
comprei um computador novo
αγόρα καινούργιο υπολογιστή
carro novo
καινούργιο αμάξι
este vestido está como novo
αυτό το φόρεμα είναι σαν καινούργιο
têm uma casa nova
έχουν καινούργιο σπίτι
4.
ολοκαίνουργιος, καινούργιος
esta saia é nova
αυτή η φούστα είναι καινούργια
tenho um brinquedo novo
έχω ένα καινούργιο παιχνίδι
tenho uns sapatos novos
έχω ολοκαίνουργια παπούτσια
nome masculino plural
νεολαία feminino,singular
gosta de se misturar com os novos
του αρέσει να κάνει παρέα με τη νεολαία
Ano Novo
Νέο Έτος, Νέα Χρονιά
de novo
εκ νέου, πάλι
mais novo
μικρότερος
gosta de abespinhar a irmã mais nova
του αρέσει να τσατίζει τη μικρότερη αδελφή του
nada de novo
τίποτα νεότερο
novo em folha
ολοκαίνουργιος
Novo Mundo
Νέος Κόσμος
RELIGIÃO Novo Testamento
Καινή Διαθήκη
que há de novo?
τι νέα;
Porto Editora – novo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 11:00:19]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
vinho cru / vinho mosto / vinho novo
νέο κρασί ακόμη σε ζύμωση
ATIVIDADE POLÍTICA
Novo Partido Democrático / Novo Partido Democrático do Canadá
Νέο Δημοκρατικό Κόμμα
lugar criado de novo
θέση που έχει δημιουργηθεί πρόσφατα
Novo Exército Popular / Novo Exército do Povo
Νέος Λαϊκός Στρατός
ATIVIDADE POLÍTICA, ORGANIZAÇÕES INTERNACIONAIS
Novo Programa de Acção Substancial
νέο ουσιαστικό πρόγραμμα δράσης
VER +