orgulhoso

orgulhosa
or.gu.lho.so
ɔrɡuˈʎozu
adjetivo
1.
υπεροπτικός
atitude antipática e orgulhosa
αντιπαθητική και υπεροπτική στάση
olhar (alguém) com um desprezo orgulhoso
κοιτάζω (κάποιον) με μια υπεροπτική περιφρόνηση
olhar orgulhoso
υπεροπτικό βλέμμα
2.
(pessoas) υπερόπτης, υπεροπτικός
que rapaz malcriado e orgulhoso!
τι ανάγωγος και υπερόπτης νέος!
3.
υπερήφανος, περήφανος
orgulhoso da sua nacionalidade
υπερήφανος για την εθνικότητά μου
um fidalgo orgulhoso da sua estirpe
ένας αριστοκράτης υπερήφανος για τη γενιά του
soldado que se sente orgulhoso da sua coragem
στρατιώτης που νιώθει περήφανος για την ανδρεία του
4.
αξιοπρεπής, αγέρωχος
é pobre, mas orgulhoso
είναι φτωχός, αλλά αξιοπρεπής
nome masculino, feminino
ψηλομύτης, υπερόπτης
não gosto daquela orgulhosa
δεν μου αρέσει εκείνη η ψηλομύτα
Porto Editora – orgulhoso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-22 12:30:08]. Disponível em