pegado

pegada
pe.ga.do
pəˈɡadu
adjetivo
1.
πιασμένος
pegado pela ponta, o lenço drapejava ao vento
πιασμένο από τη μια άκρη, το μαντίλι κυμάτιζε στον αέρα
2.
πιασμένος, κολλημένος
o papel estava pegado à porta com um pedaço de fita-cola
το χαρτί ήταν κολλημένο στην πόρτα με λίγο σελοτέιπ
3.
δίπλα
a casa pegada
το δίπλα σπίτι
o restaurante pegado à minha casa
το εστιατόριο δίπλα στο σπίτι μου
pegado ao quarto, havia o seu gabinete de trabalho
δίπλα στην κρεβατοκάμαρα, ήταν το δωμάτιο εργασίας του
4.
κολλητός
moramos em prédios pegados
μένουμε σε κολλητές πολυκατοικίες
5.
σκέτος
a maneira como se portou foi uma parolice pegada!
ο τρόπος που φέρθηκε ήταν σκέτη χωρατιά!
6.
αδιάκοπος
estiveram numa palração pegada
επιδόθηκαν σε αδιάκοπη πολυλογία
7.
coloquial τσακωμένος, μαλωμένος
eles ainda estão pegados, ou já fizeram as pazes?
αυτοί είναι ακόμα μαλωμένοι, ή τα φτιάξανε;
pegado no sono
βαθιά κοιμισμένος
ser pegado (a alguém)
είμαι δεμένος (με κάποιον)
é muito pegada aos filhos
είναι πολύ δεμένη με τα παιδιά της
ANAGRAMAS
pegado
forma do verbo pegar
particípio passado de pegar
Porto Editora – pegado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-28 00:18:44]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
enxerto pegado / enxerto soldado
συγκολλημένο εμβολιασμένο μόσχευμα
pegada espacial
χωροταξικό αποτύπωμα
pegada da pesca
αλιευτικό αποτύπωμα
INDÚSTRIA
punção pegado
κόλλημα πίρου
agarrado ao molde / pegado ao molde
Kόλλημα γυαλιού στο καλούπι
artigo colado / artigo pegado / vidro colado no interior
τεμάχια γυαλιού κολλημένα εσωτερικά
MEIO AMBIENTE
pegada ecológica
οικολογικό αποτύπωμα
pegada carbónica / pegada de carbono
ίχνος άνθρακα, αποτύπωμα CO2
pegada de carbono
αποτύπωμα άνθρακα
VER +