pou.sar
po(w)ˈzar
po(w)ˈzarverbo transitivo
1.
απιθώνω, ακουμπώ
podes pousar a mala aí
μπορείς να ακουμπήσεις τη βαλίτσα εκεί
pousei os pés no chão, calcei os chinelos e levantei-me
απίθωσα τα πόδια μου κάτω, έβαλα τις παντόφλες και σηκώθηκα
pousou a espingarda ao seu lado
ακούμπησε την καραμπίνα δίπλα του
pousou a terrina na mesa
απίθωσε τη σουπιέρα στο τραπέζι
2.
ακουμπώ (κάτω), βάζω (κάτω)
fechou a revista e pousou-a
έκλεισε το περιοδικό και το ακούμπησε κάτω
pousou a chávena do café no pires
ακούμπησε το φλιτζάνι του καφέ στο πιατάκι
pousou o dedo no mapa, para me indicar o local
έβαλε ένα δάκτυλο στον χάρτη, για να μου δείξει το μέρος
3.
ακουμπώ
pousou a cabeça na almofada e segundos depois estava a dormir
ακούμπησε το κεφάλι στο μαξιλάρι, και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αποκοιμήθηκε
pousar a mão no ombro (de alguém)
ακουμπώ το χέρι μου στον ώμο (κάποιου)
4.
στυλώνω, καρφώνω
pousei os olhos nela, e percebi que estava muito preocupada
στύλωσα τη ματιά μου σ' αυτήν, και κατάλαβα ότι ήταν πολύ στενοχωρημένη
verbo intransitivo
1.
προσγειώνομαι
o avião já pousou
το αεροπλάνο έχει προσγειωθεί
2.
κουρνιάζω
as aves iam pousando nos ramos, para passarem a noite
τα πουλιά κούρνιαζαν σιγά-σιγά στα κλαριά, για να περάσουν τη νύχτα
3.
διανυκτερεύω
nas suas passagens por ali, pousava sempre na mesma estalagem
στις διελεύσεις του από εκεί, διανυκτέρευε πάντα στο ίδιο πανδοχείο
4.
ξαποσταίνω
procuraram um sítio na mata onde pudessem pousar
έψαξαν ένα μέρος στο δάσος που να μπορούν να ξαποστάσουν
5.
συχνάζω
é um sítio onde a juventude costuma pousar
είναι ένα μέρος όπου συχνάζει η νεολαία
Partilhar
Como referenciar 
pousar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/pousar [visualizado em 2026-07-21 11:24:25].