pró.di.go
ˈprɔdiɡu
ˈprɔdiɡuadjetivo
1.
σπάταλος, άσωτος
era tão pródigo, que esbanjou a fortuna toda
ήταν τόσο σπάταλος, που διασκόρπισε όλη την περιουσία
2.
γενναιόδωρος, απλόχερος, αφειδής
admirei aquele seu gesto tão pródigo
θαύμασα εκείνη την τόσο απλόχερη χειρονομία του
pessoa de natureza pródiga
άνθρωπος με γενναιόδωρη φύση
3.
(pessoas) κουβαρδάς, κουβαρντάς, γενναιόδωρος, απλοχέρης
uns são pródigos, outros parcimoniosos
άλλοι είναι κουβαρντάδες, άλλοι φειδωλοί
4.
απλόχερος
é pródigo a distribuir carícias
είναι απλόχερος στο να μοιράζει χάδια
filho pródigo
άσωτος υιός
Partilhar
Como referenciar 
pródigo – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/pródigo [visualizado em 2026-07-30 10:10:42].