verbo pronominal
1.
ανησυχώ
preocupava-se por não ter notícias deles
ανησυχούσε γιατί δεν είχε νέα τους
preocupou-se para nada
ανησύχησε για το τίποτα
2.
στενοχωριέμαι, σκοτίζομαι
e preocupas-te tu com isso?
γι' αυτό στενοχωριέσαι;
não se preocupe com coisas irrelevantes
με σκοτίζεστε με επουσιώδη πράγματα
não te preocupes!
μη στενοχωριέσαι!
3.
προβληματίζομαι, ανησυχώ
o médico preocupa-se, porque surgiram complicações
ο γιατρός προβληματίζεται, διότι εμφανίστηκαν επιπλοκές
4.
νοιάζομαι, έχω έγνοια
preocupa-se com a imagem que deixará aos porvindouros
νοιάζεται για την εικόνα που θα αφήσει στις μελλοντικές γενιές
5.
νοιάζομαι, ασχολούμαι
ele preocupa-se muito com o aspeto
αυτός ασχολείται πολύ με το παρουσιαστικό του
6.
φροντίζω, μεριμνώ, έχω τη μέριμνα
lá em casa, quem se preocupa com as questões práticas é ela
εκεί στο σπίτι, αυτή έχει τη μέριμνα των πρακτικών θεμάτων
não precisas de te preocupar em o avisar, eu trato disso
δεν χρειάζεται να φροντίσεις να τον ειδοποιήσεις, θα το κάνω εγώ
preocupou-se em prover o futuro dos filhos
μερίμνησε να εξασφαλίσει το μέλλον των παιδιών του
Partilhar
Como referenciar 
preocupar-se – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/preocupar-se [visualizado em 2026-07-29 23:06:32].