quase

qua.se
ˈkwaz(ə)
advérbio
1.
σχεδόν
cheguei a ponto de quase ganhar a partida
έφτασα σε σημείο να κερδίσω σχεδόν την παρτίδα
ele quase que lambeu o prato
αυτός σχεδόν έγλειψε το πιάτο
estamos quase a chegar
φτάνουμε σχεδόν
estou quase pronto
είμαι σχεδόν έτοιμος
imobilidade quase absoluta
σχεδόν απόλυτη ακινησία
o hospital é quase à saída da vila
το νοσοκομείο είναι σχεδόν στην έξοδο της κωμόπολης
quase nada
σχεδόν τίποτα
quase nunca
σχεδόν ποτέ
quase o mesmo
σχεδόν το ίδιο
quase sempre
σχεδόν πάντα
quase todos
σχεδόν όλοι
vi o filme quase até ao fim
είδα την ταινία σχεδόν μέχρι το τέλος
2.
σχεδόν, κοντά
a palestra durou quase duas horas
η ομιλία διήρκεσε σχεδόν δύο ώρες
esperou quase uma hora
περίμενε κοντά μια ώρα
esteve ausente quase um mês
απουσίαζε κοντά ένα μήνα
quase que
σχεδόν, παρά λίγο να
foi ao frigorífico e quase que o limpou!
πήγε στο ψυγείο και σχεδόν το άδειασε!

o cão quase que me mordia
ο σκύλος παρά λίγο να με δαγκώσει
quase (que) não
σχεδόν δεν...
a música estava tão baixo, que quase que não se ouvia
η μουσική ήταν τόσο χαμηλά, που σχεδόν δεν ακουγόταν
VEJA TAMBÉM
VER +
ANAGRAMAS
Porto Editora – quase no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 10:50:40]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
método de ensaio quase dinâmico
οιωνεί δυναμική μέθοδος δοκιμών
poço quase magnético
σχήμα που μοιάζει με μαγνητικό πηγάδι
plasma quase magnético
ουσιαστικά ομογενές πλάσμα, σχεδόν ομογενές πλάσμα
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
perturbação quase impulsiva / ruído quase impulsivo
μεικτή διαταραχή, μεικτός θόρυβος
voltímetro de quase pico
βολτόμετρο ημιμέγιστων, βολτόμετρο οιονεί κορυφοτιμής
DIREITO
quase usufruto
οιονεί επικαρπία
VER +