salvo

salva
sal.vo
ˈsaɫvu
adjetivo
particípio passado irregular de salvar
preposição
εκτός από/ [+] , πλην [+]
irei contigo, salvo algum imprevisto
θα έρθω μαζί σου, εκτός απροόπτου
salvo nesse caso
εκτός από την περίπτωση αυτή
salvo raras exceções
πλην σπανίων εξαιρέσεων
a salvo
σε ασφάλεια
já está a salvo
είναι ήδη σε ασφάλεια

pôr (alguém/alguma coisa) a salvo
βάζω (κάποιον/κάτι) σε ασφάλεια
pôr-se a salvo
πηγαίνω σε ασφαλή μέρος
salvo erro
αν δεν κάνω λάθος
salvo erro ou omissão
με επιφύλαξη παντός λάθους ή παραλείψεως
salvo o devido respeito
με το δέοντα σεβασμό
salvo se
εκτός κι αν
salvo seja
τρόπος του λέγειν
– o erro é nosso – nosso, salvo seja: teu
_το λάθος είναι δικό μας _δικός μας, τρόπος του λέγειν: δικό σου
salvo seja!
μακριά από μας!
são e salvo
σώος και αβλαβής
salvo
forma do verbo salvar
1.ª pessoa do singular do presente do indicativo
eu salvo
particípio passado de salvar
Porto Editora – salvo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 13:52:38]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pistola e revólver com cartuchos de salva
πιστόλι και περίστροφο με ακίνδυνα φυσσίγγια
FINANÇAS
livre de avaria particular salvo se
κάλυψη ελεύθερα μερικής αβαρίας εκτός αν το πλοίο προσαράξει
QUESTÕES SOCIAIS
medicamento que salva vidas humanas
φάρμακο που σώζει ανθρώπινες ζωές
botão de pé de salva
κουμπί κολλάρου
VER +