sujeitar-se

verbo pronominal
1.
υποτάσσομαι [a, σε]
só muito a custo se sujeitou às prepotências do patrão
μόνο μετά βίας υποτάχθηκε στις αυθαιρεσίες του αφεντικού
sujeitou-se à vontade dos pais
υποτάχθηκε στη θέληση των γονέων του
2.
υποβάλλομαι [a, σε]
sujeitou-se sem protesto aos exames que o médico recomendou
υποβλήθηκε αδιαμαρτύρητα στις εξετάσεις που του σύστησε ο γιατρός
3.
ανέχομαι [a, -]
o país teve de sujeitar-se à servidão
η χώρα υποχρεώθηκε να ανεχθεί την υποδούλωση
sujeitou-se a grandes sacrifícios, para assegurar um futuro melhor
ανέχτηκε μεγάλες θυσίες, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον
4.
εκτίθεμαι [a, σε], ανέχομαι [a, -]
sujeitou-se aos maiores perigos para se juntar à família
εκτέθηκε στους χειρότερους κινδύνους προκειμένου να σμίξει με την οικογένειά του
5.
κινδυνεύω [a, να]
agindo assim, sujeitas-te a graves consequências
ενεργώντας έτσι, κινδυνεύεις να έχεις σοβαρές επιπτώσεις
com tais velocidades, sujeita-se a ter um acidente
με τέτοιες ταχύτητες, κινδυνεύει να πάθει ένα ατύχημα
Porto Editora – sujeitar-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 21:46:48]. Disponível em