su.por
suˈpor
suˈporverbo transitivo
1.
υποθέτω
para simplificar, vamos supor que...
για να τα απλουστεύσουμε, ας υποθέσουμε ότι...
supõe que alguém perguntava a tua opinião, que dirias?
υπέθεσε ότι κάποιος ρωτούσε τη γνώμη σου, τι θα έλεγες;
supondo que eras obrigado a escolher, que farias?
υποθέτοντας ότι έπρεπε να διαλέξεις, τι θα έκανες;
suponhamos que...
ας υποθέσουμε ότι...
2.
φαντάζομαι
nunca supôs passar por tais provações
ποτέ δεν φαντάστηκε να περάσει τέτοιες δοκιμασίες
supõe que eras obrigado a ir, era mau, hem?
φαντάσου ότι ήσουν υποχρεωμένος να πας, θα ήταν άσχημο, έτσι;
3.
υποθέτω, φαντάζομαι
quem havia de supor tal coisa?
ποιος θα το υπέθετε αυτό;
suponho que precises de ajuda
φαντάζομαι πως χρειάζεσαι βοήθεια
suponho que sim/não
υποθέτω πως ναι/όχι
suponho que tens razão
φαντάζομαι πως έχεις δίκαιο
4.
υποθέτω, εικάζω, προεικάζω
ele supõe que a situação vai piorar
αυτός εικάζει ότι η κατάσταση θα χειροτερεύσει
suponho que não tenciona voltar com a palavra atrás
υποθέτω ότι δεν σκοπεύει να αθετήσει το λόγο του
5.
φαντάζομαι, θεωρώ
já supunha isso impossível
ήδη το θεωρούσα αυτό αδύνατο
nunca o supus capaz de tal comportamento
ποτέ δεν τον φαντάστηκα ικανό για τέτοια συμπεριφορά
supunha essa hipótese posta de parte
θεωρούσα ότι αυτή η πιθανότητα είχε αποκλειστεί
6.
προϋποθέτω
a formulação de um juízo supõe bom conhecimento da questão
η διατύπωση μιας κρίσης προϋποθέτει καλή γνώση του θέματος
Partilhar
Como referenciar 
supor – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/supor [visualizado em 2026-07-20 05:18:44].