tatear

ta.te.ar
tɐˈtjar
verbo transitivo
ψηλαφίζω, ψηλαφώ
tateou a parede, à procura do interruptor
ψηλάφισε τον τοίχο, ψάχνοντας για το διακόπτη
um cego que tateia o rosto (de alguém)
ένας τυφλός που ψηλαφίζει το πρόσωπο (κάποιου)
verbo intransitivo
πηγαίνω ψηλαφώντας
não via nada, e para avançar tinha de ir tateando
δεν έβλεπε τίποτα, και για να προχωρήσει έπρεπε να πηγαίνει ψηλαφώντας
figurado tatear o terreno
βολιδοσκοπώ την κατάσταση
a grafia anterior era tactear
Porto Editora – tatear no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 13:47:10]. Disponível em