tem.po
ˈtẽpu
ˈtẽpunome masculino
1.
χρόνος
a ação destruidora do tempo
η καταστρεπτική δράση του χρόνου
a marcha do tempo é implacável
η πορεία του χρόνου είναι αμείλικτη
economia de tempo
εξοικονόμηση χρόνου
em que tempo correu ele os 10 000 metros?
σε πόσο χρόνο έτρεξε αυτός τα 10 000 μέτρα;
em tempo real
σε πραγματικό χρόνο
é uma questão de tempo
είναι θέμα χρόνου
falta de tempo
έλλειψη χρόνου
não dar conta da passagem do tempo
δεν καταλαβαίνω το διάβα του χρόνου
o tempo arruinou a rampa de acesso
ο χρόνος κατέστρεψε τη ράμπα πρόσβασης
o tempo é um grande remédio
ο χρόνος είναι μεγάλο γιατρικό
o tempo levou-lhe todos os seus
ο χρόνος πήρε όλους τους δικούς του
o tempo passa/voa
ο χρόνος περνάει/περνάει τρέχοντας
o tempo veio confirmar as minhas suspeitas
ο χρόνος τελικά επαλήθευσε τις υποψίες μου
o trabalho absorve-lhe muito tempo
η δουλειά τού απορροφά πολύ χρόνο
situar no tempo achados arqueológicos
τοποθετώ στο χρόνο αρχαιολογικά ευρήματα
vou dedicar mais tempo à família
θα αφιερώσω περισσότερο χρόνο στην οικογένεια
2.
καιρός, χρόνος
estive algum tempo em Paris
έμεινα κάμποσο καιρό στο Παρίσι
há quanto tempo não o via!
εδώ και πόσο καιρό δεν τον είχα δει!
vivi muito tempo naquele sítio
έζησα πολύ χρόνο σ' εκείνο το μέρος
3.
καιρός, εποχή feminino
no meu tempo, ...
τον καιρό μου, ...
no tempo das Cruzadas
τον καιρό των Σταυροφοριών
o autor radiografa com sucesso a sociedade do tempo
ο συγγραφέας αναλύει επιτυχώς την κοινωνία εκείνης της εποχής
o tempo atual oferece outras comodidades
η σημερινή εποχή προσφέρει άλλες ανέσεις
4.
εποχή feminino, καιρός, περίοδος feminino
estamos no tempo da vindima
είμαστε στον καιρό του τρύγου
o tempo de férias some-se num instante!
η περίοδος των διακοπών εξαφανίζεται στο άψε-σβήσε!
quando é o tempo dos morangos?
πότε είναι η εποχή της φράουλας;
5.
χρόνος, διάρκεια feminino
no fim do tempo regulamentar
στο τέλος της κανονικής διάρκειας
o tempo de exposição duma fotografia
η διάρκεια έκθεσης μιας φωτογραφίας
tens que entregar a prova, o tempo do exame já terminou
πρέπει να παραδώσεις το γραπτό σου, ο χρόνος της εξέτασης τελείωσε
6.
χρόνος, ώρα feminino
a viagem leva muito tempo
το ταξίδι διαρκεί πολλή ώρα
esteve o tempo todo a falar
μιλούσε όλη την ώρα
fiquei muito tempo ali à espera
έμεινα πολύ χρόνο εκεί, περιμένοντας
não é aconselhável ficar muito tempo ao sol
δεν είναι ενδεδειγμένο να μείνουμε πολλή ώρα στον ήλιο
7.
καιρός, χρόνος, ώρα feminino
por quanto tempo?
για πόσον καιρό;
quanto tempo queres?
πόση ώρα θέλεις;
8.
καιρός, ώρα feminino, στιγμή feminino
é tempo de partir
είναι ώρα να φύγουμε
9.
ημίχρονο neutro
até ao fim do primeiro tempo, não houve golos
μέχρι το τέλος του ημιχρόνου, δεν υπήρξαν γκολ
primeiro/segundo tempo
πρώτο/δεύτερο ημίχρονο
10.
καιρός
com a vinda da primavera, o tempo amenizou-se
με την έλευση της άνοιξης, ο καιρός γλύκανε
com este tempo, é melhor ficarmos em casa
με τέτοιο καιρό, καλύτερα να μείνουμε σπίτι
com tempo de chuva
με βροχερό καιρό
melhoria significativa do estado do tempo
αξιόλογη βελτίωση του καιρού
o tempo compôs-se um pouco
ο καιρός διορθώθηκε λιγάκι
o tempo está bom/mau
ο καιρός είναι ωραίος/χάλια
que tempo horrível!
τι απαίσιος καιρός!
tempo húmido
υγρός καιρός
11.
MÚSICA τέμπο neutro
compasso em três tempos
μέτρο με τρία τέμπο
o tempo de uma peça musical
το τέμπο ενός μουσικού κομματιού
12.
GRAMÁTICA χρόνος
os tempos verbais
οι ρηματικοί χρόνοι
tempo simples/composto
απλός/σύνθετος χρόνος
13.
plural καιροί, εποχές feminino
a vida não é fácil nestes nossos tempos modernos
η ζωή δεν είναι εύκολη σ' αυτούς τους σύγχρονους καιρούς μας
hoje, são outros tempos
σήμερα, είναι άλλοι καιροί
os estilitas de outros tempos
οι στυλίτες άλλων εποχών
14.
plural χρόνια neutro
lembrar-se dos tempos passados
αναθυμούμαι τα παλιά χρόνια
nos tempos homéricos
στα ομηρικά χρόνια
nos últimos/próximos tempos
τα τελευταία/επόμενα χρόνια
antes de tempo
πριν την ώρα του, πρόωρα
ao mesmo tempo
συγχρόνως, ταυτόχρονα
ouvir toda a gente a falar ao mesmo tempo
ακούω όλο τον κόσμο να μιλάει ταυτόχρονα ao tempo
εκείνο τον καιρό, εκείνη την εποχή
a seu tempo
την κατάλληλη στιγμή
a seu tempo, serás informada
την κατάλληλη στιγμή, θα ενημερωθείς a tempo
1.
εγκαίρως
não chegou a tempo
δεν έφτασε εγκαίρωςvir a tempo
έρχομαι εγκαίρως2.
ορισμένου χρόνου
fretamento a tempo
ναύλωση ορισμένου χρόνου a tempo de
εγκαίρως για να
chegou a tempo de presenciar a cena
έφτασε εγκαίρως για να παρακολουθήσει τη σκηνή a tempo e horas
εγκαίρως
não sei se ele vai acabar a tempo e horas
δεν ξέρω αν θα τελειώσει εγκαίρως a tempo inteiro
πλήρης
emprego a tempo inteiro
πλήρης απασχόληση com o passar do tempo
με την πάροδο του χρόνου
com o tempo
με την πάροδο του χρόνου
com o tempo, a cidade agigantou-se
με την πάροδο του χρόνου, η πόλη γιγαντώθηκε com tempo
με την άνεσή μου
gosta de fazer as coisas com tempo
του αρέσει να κάνει τα πράγματα με την άνεσή του dar tempo
φτάνω
o intervalo para almoço é pequeno, não dá tempo para ir a casa e regressar
το μεσημεριανό διάλειμμα είναι μικρό, δεν φτάνει για να πάω σπίτι και να γυρίσω dar tempo (a alguém)
δίνω χρόνο (σε κάποιον)
dei-lhe tempo para pensar
του έδωσα χρόνο για να σκεφτείtens de lhe dar mais tempo de adaptação
πρέπει να του δώσεις περισσότερο χρόνο προσαρμογής dar tempo ao tempo
1.
περιμένω την κατάλληλη στιγμή, κάθε πράγμα στον καιρό του
2.
περιμένω υπομονετικά
de há uns tempos para cá/a esta parte
εδώ και κάμποσο καιρό
desde o princípio dos tempos
από αμνημονεύτων χρόνων
de tempos a tempos
αραιά και πού
do tempo da Maria Cachucha
παμπάλαιος
do tempo da pedra lascada
παμπάλαιος
em tempo algum
ποτέ, ουδέποτε
em tempos
κάποτε
em tempos idos
τα παλιά τα χρόνια, προ μακρού
em três tempos
στο άψε-σβήσε, στο πιτς-φιτίλι, στο τσάκα-τσάκα
espaço de tempo
χρονικό διάστημα
fazer tempo
γεμίζω άσκοπα το χρόνο μου, περιμένοντας κάτι το συγκεκριμένο
fora de tempo
άκαιρα
arrependeu-se, mas já fora de tempo
μετάνιωσε, αλλά ήδη άκαιρα ganhar tempo
κερδίζω χρόνο
já não é sem tempo!
επιτέλους!, καιρός ήταν!
há muito tempo
πολύ παλιά, εδώ και πολύ καιρό, προ πολλού
isso já foi há muito tempo
αυτό έγινε πολύ παλιά há muito tempo que
πάει καιρός που
há muito tempo que não te via
πάει καιρός που δεν σ' είχα δει há que tempos
εδώ και πολλή ώρα
há tempos
πριν κάμποσο καιρό
levar tempo
χρειάζομαι/παίρνω ώρα
isso leva muito tempo
αυτό χρειάζεται πολλή ώρα matar o tempo
σκοτώνω την ώρα μου
mau tempo
κακοκαιρία
o mau tempo atenuou-se
η κακοκαιρία μετρίαστηκε não há muito tempo
όχι εδώ και τόσο καιρό
(não) ter tempo
(δεν) προλαβαίνω
ainda tenho tempo de apanhar o comboio
προλαβαίνω ακόμα να πάρω το τρένοàs vezes, ela não tem tempo, e fica sem almoçar
καμιά φορά, αυτή δεν προλαβαίνει, και μένει χωρίς μεσημεριανό não ter tempo a perder
δεν έχω καιρό για χάσιμο, με κυνηγά ο χρόνος
(não) ter tempo para (alguém/alguma coisa)
(δεν) διαθέτω χρόνο (για κάποιον/κάτι)
naquele tempo
εκείνο τον καιρό, εκείνη την εποχή
neste/nesse meio tempo
στο μεταξύ
nos tempos que correm
την σήμερον ημέρα
no tempo da outra senhora
τον καιρό της δικτατορίας
no tempo das vacas gordas
την περίοδο των παχιών αγελάδων, τον παλιό καλό καιρό
no tempo das vacas magras
την περίοδο των ισχνών αγελάδων, σε καιρούς στενότητας
noutros tempos
κάποτε, άλλοτε
os bons velhos tempos
ο παλιός καλός καιρός
passado algum tempo
λίγο/κάμποσο καιρό αργότερα
perder o seu tempo
χάνω την ώρα/τον καιρό μου
perder tempo
χάνω χρόνο, χασομερώ
perder um tempo louco
χάνω πάρα πολλή ώρα
poupar tempo
εξοικονομώ χρόνο
assim, poupas tempo
έτσι, θα εξοικονομήσεις χρόνο queimar tempo
χάνω άσκοπα το χρόνο μου
que tempos
πολλή ώρα, ώρα πολλή
ficar que tempos na sorna
μένω ώρα πολλή στην τεμπελιά que tempos!
τι καιροί!
sinal dos tempos
σημείο των καιρών
POLÍTICA tempo de antena
τηλεοπτικός/ραδιοφωνικός χρόνος των κομμάτων
INFORMÁTICA tempo de resposta
χρόνος ανταπόκρισης
tempo livre
ελεύθερος χρόνος
tempo morto
άχρηστος χρόνος, νεκρός χρόνος
tempo perdido
χαμένος χρόνος
compensar o tempo perdido
αναπληρώνω τον χαμένο χρόνο tempos atrás
εδώ και κάμποσο καιρό
tempos livres
ελεύθερες ώρες
tempos primitivos
τα προϊστορικά χρόνια
tempo útil
καθαρός χρόνος
tomar o tempo (a alguém)
κάνω (κάποιον) να χάσει το χρόνο του, απασχολώ (κάποιον)
Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
- ENVIRONMENTtempo (meteorologia / tempoelκαιρός/καιρικές συνθήκες
- ENVIRONMENTtempo (parâmetro / tempoelχρόνος/καιρός/ώρα/φορά/χρονικό διάστημα
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar 
tempo – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/tempo [visualizado em 2026-07-22 11:04:59].
antónimos de tempo
Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
- ENVIRONMENTtempo (meteorologia / tempoelκαιρός/καιρικές συνθήκες
- ENVIRONMENTtempo (parâmetro / tempoelχρόνος/καιρός/ώρα/φορά/χρονικό διάστημα
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar 
tempo – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/tempo [visualizado em 2026-07-22 11:04:59].