favoritos
va.raseparador fonéticaˈvarɐ
nome feminino
1.
βέργα
uma vara de eucalipto
μια βέργα από ευκάλυπτο
2.
ραβδί neutro, βέργα
ia tocando os bois com uma vara
κέντριζε τα βόδια μ' ένα ραδβί
varejar as oliveiras com uma vara
ραβδίζω τις ελιές με ραβδί
3.
ραβδί neutro, ματσούκι neutro
o velho avançava a custo, apoiando-se a uma vara
ο γέροντας προχωρούσε με δυσκολία, στηριγμένος σ' ένα ματσούκι
4.
σταλίκι neutro
empurrar um barco com uma vara
σπρώχνω βάρκα με σταλίκι
5.
διοικητική περιφέρεια
vara criminal
διοικητική περιφέρεια ποινικού δικαίου
6.
(medida) πήχυς masculino
7.
κοπάδι neutro χοίρων
porqueiro que tem várias varas
χοιροβοσκός που έχει κάμποσα κοπάδια χοίρων
8.
ver vareta
figurado estar metido numa camisa de onze varas
έχω μεγάλους μπελάδες
DESPORTO salto à vara
άλμα επί κοντώ
figurado tremer como varas verdes
τρέμω σαν το ψάρι
vara de condão
μαγικό ραβδάκι
vara enviscada
ξόβεργα
vara
Presente do Indicativo do verbo varar
expandir
eu
varo
tu
varas
ele, ela, você
vara
nós
varamos
vós
varais
eles, elas, vocês
varam
Imperativo do verbo varar
expandir
vara
tu
vare
ele, ela, você
varemos
nós
varai
vós
varem
eles, elas, vocês

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • crop production
    vara / vara de vinho
    el
    μακρού μήκους παραγωγική μονάδα, αμολητή
  • fisheries
    vara
    el
    δοκός, ζυγός, καμάρι
  • natural environment / forest
    rebento de touça / vara
    el
    Παραβλάστημα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    braço / vara
    el
    βραχίονας
  • coal industry
    vara / haste de sonda
    el
    σωλήνας διάτρησης
  • animal production
    vara
    el
    κοπάδι χοίρων
  • communications
    vara
    el
    βραχίονας
  • mechanical engineering
    vara
    el
    άτρακτος αξονικής έλξεως εργαλειοφορείου
  • mechanical engineering
    vara
    el
    άξονας ολίσθησης
  • fisheries
    vara
    el
    δοκός
  • cultivation techniques
    poda de vara / poda de talão / poda mista
    el
    μικτή κλάδευση, μικτό κλάδεμα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vara de poda / vara de lenho
    el
    κλαδεμένο ξύλο, κλαδεμένη βέργα, κλαδεμένος κλάδος
  • industrial structures
    vara da cruz / vareta da cruz
    el
    πρόσθετη σταύρωση
  • industrial structures / technology and technical regulations
    vara da cruz
    el
    ράβδος σταύρωσης νημάτων
  • fisheries
    linha de vara
    el
    πετονιά με καλάμι, καλάμι, καλάμι
  • mechanical engineering
    vara metálica
    el
    μπάρα αναδίπλωσης
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vara de repicar / alavanca de plantação / estaca de plantação / ferro de plantação / plantador
    el
    εργαλείο για το φύτεμα, λοστός, τριβέλι, φυτευτήρι, φυτευτικη ράβδος
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vara para sacudir / vara sacudidora
    el
    στέλεγχος τινάγματος
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vara de madeira
    el
    ξυλάχυρο
  • natural and applied sciences
    vara de javalis
    el
    ζώα αγέλης
  • earth sciences
    vara absorvente
    el
    ραβδίο απορροφητού
  • life sciences
    vara de enxertia
    el
    τεμάχιο φλοιού με οφθαλμό, εμβόλιο ενός οφθαλμού
  • humanities
    microfone de vara / microfone de girafa
    el
    μικρόφωνο με προέκταση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vara higrométrica
    el
    υγρομετρική ράβδος
  • industrial structures / technology and technical regulations
    vara de separação
    el
    διαχωριστική ράβδος
  • electronics and electrical engineering
    resistência de vara
    el
    αντίσταση μορφής ράβδου
  • nuclear energy
    vara de combustível
    el
    ράβδος πυρηνικού καυσίμου
  • electronics and electrical engineering / chemical compound
    vara de acendimento
    el
    κοντάρι φανοκόρου
  • fisheries
    rede de arrasto de vara
    el
    δοκότρατα
  • mechanical engineering
    barra de ligação central / vara de ligação central
    el
    κεντρική συνδετήρια ράβδος
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    vara de acondicionamento / calcador
    el
    ράβδος συσκευασίας
  • fisheries
    linha de vara mecanizada
    el
    καλάμι με μηχανισμό, μηχανοποιημένο καλαμίδι
  • vara da elemento de controlo / vara da barra de controlo
    el
    ραβδίο στοιχείου ρυθμίσεως
  • electronics and electrical engineering
    antena de vara horizontal
    el
    μικρό οριζόντιο στέλεχος
  • ligação da vara de comando / engate da barra de comando
    el
    μάνδαλος ράβδου ρυθμίσεως
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    condução por estaca e vara
    el
    διαμόρφωση χαμηλής διακλάδωσης και βέργας
  • earth sciences
    tubo guia da vara absorvente
    el
    οδηγός σωλήνας απορροφητού
  • industrial structures / technology and technical regulations
    vara de separação da teia húmida
    el
    ράβδος υγρού διαχωρισμού
  • fisheries
    arrastão de retranca / arrastão de varas / navio com rede de arrasto de vara
    el
    δοκότρατα
  • fisheries
    navio de pesca com canas (isco) / atuneiro de salto e vara (isco vivo)
    el
    σκάφος αλιείας με δόλωμα, σκάφος αλιείας με καλάμι
  • mechanical engineering
    vara de extensão da barra de controlo / tirante de extensão da barra de controlo
    el
    επέκταση φρέατος για τον μηχανισμό κινήσεως δέσμης ράβδων ρυθμίσεως
  • nuclear energy
    potência média por vara de combustível / potência média por barra de combustível
    el
    μέση ισχύς ανά ράβδο πυρηνικού καυσίμου
  • fisheries
    atuneiro de linha e vara de pesca fresca
    el
    θυνναλιευτικό με καλάμι νωπού αλιεύματος
  • earth sciences
    potência média por vara no núcleo completo / potência média por barra no núcleo completo
    el
    μέση ισχύς ανά ράβδο πυρηνικού καυσίμου για ολόκληρο τον αντιδραστήρα
  • remoção da bainha de uma vara de combustível
    el
    αφαίρεση του περιβλήματος
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    plataforma rolante de grande porte com tirantes em vara de aço
    el
    κινητή μονάδα μεγάλων δυνατοτήτων με σύστημα έλξης από χάλυβα
  • building and public works
    varão
    el
    επίμηκες τεμάχιο μικρού μήκους, ράβδος
  • land transport / TRANSPORT
    varas
    el
    ράβδος βυθοσκόπησης, δοκιμαστική ράβδος
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – vara no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-13 16:42:43]. Disponível em

Língua Gestual Portuguesa

ver a entrada vara

thumbnail gesto
ver

Provérbios

  • Não é a pancada da vara que amadurece a azeitona.
  • Não se endireita a sombra de uma vara torta.
  • Para conhecer o vilão, não há como pôr-lhe a vara na mão.
  • Se queres ver um vilão, mete-lhe a vara na mão.
ver+
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • crop production
    vara / vara de vinho
    el
    μακρού μήκους παραγωγική μονάδα, αμολητή
  • fisheries
    vara
    el
    δοκός, ζυγός, καμάρι
  • natural environment / forest
    rebento de touça / vara
    el
    Παραβλάστημα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    braço / vara
    el
    βραχίονας
  • coal industry
    vara / haste de sonda
    el
    σωλήνας διάτρησης
  • animal production
    vara
    el
    κοπάδι χοίρων
  • communications
    vara
    el
    βραχίονας
  • mechanical engineering
    vara
    el
    άτρακτος αξονικής έλξεως εργαλειοφορείου
  • mechanical engineering
    vara
    el
    άξονας ολίσθησης
  • fisheries
    vara
    el
    δοκός
  • cultivation techniques
    poda de vara / poda de talão / poda mista
    el
    μικτή κλάδευση, μικτό κλάδεμα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vara de poda / vara de lenho
    el
    κλαδεμένο ξύλο, κλαδεμένη βέργα, κλαδεμένος κλάδος
  • industrial structures
    vara da cruz / vareta da cruz
    el
    πρόσθετη σταύρωση
  • industrial structures / technology and technical regulations
    vara da cruz
    el
    ράβδος σταύρωσης νημάτων
  • fisheries
    linha de vara
    el
    πετονιά με καλάμι, καλάμι, καλάμι
  • mechanical engineering
    vara metálica
    el
    μπάρα αναδίπλωσης
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vara de repicar / alavanca de plantação / estaca de plantação / ferro de plantação / plantador
    el
    εργαλείο για το φύτεμα, λοστός, τριβέλι, φυτευτήρι, φυτευτικη ράβδος
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vara para sacudir / vara sacudidora
    el
    στέλεγχος τινάγματος
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vara de madeira
    el
    ξυλάχυρο
  • natural and applied sciences
    vara de javalis
    el
    ζώα αγέλης
  • earth sciences
    vara absorvente
    el
    ραβδίο απορροφητού
  • life sciences
    vara de enxertia
    el
    τεμάχιο φλοιού με οφθαλμό, εμβόλιο ενός οφθαλμού
  • humanities
    microfone de vara / microfone de girafa
    el
    μικρόφωνο με προέκταση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    vara higrométrica
    el
    υγρομετρική ράβδος
  • industrial structures / technology and technical regulations
    vara de separação
    el
    διαχωριστική ράβδος
  • electronics and electrical engineering
    resistência de vara
    el
    αντίσταση μορφής ράβδου
  • nuclear energy
    vara de combustível
    el
    ράβδος πυρηνικού καυσίμου
  • electronics and electrical engineering / chemical compound
    vara de acendimento
    el
    κοντάρι φανοκόρου
  • fisheries
    rede de arrasto de vara
    el
    δοκότρατα
  • mechanical engineering
    barra de ligação central / vara de ligação central
    el
    κεντρική συνδετήρια ράβδος
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    vara de acondicionamento / calcador
    el
    ράβδος συσκευασίας
  • fisheries
    linha de vara mecanizada
    el
    καλάμι με μηχανισμό, μηχανοποιημένο καλαμίδι
  • vara da elemento de controlo / vara da barra de controlo
    el
    ραβδίο στοιχείου ρυθμίσεως
  • electronics and electrical engineering
    antena de vara horizontal
    el
    μικρό οριζόντιο στέλεχος
  • ligação da vara de comando / engate da barra de comando
    el
    μάνδαλος ράβδου ρυθμίσεως
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    condução por estaca e vara
    el
    διαμόρφωση χαμηλής διακλάδωσης και βέργας
  • earth sciences
    tubo guia da vara absorvente
    el
    οδηγός σωλήνας απορροφητού
  • industrial structures / technology and technical regulations
    vara de separação da teia húmida
    el
    ράβδος υγρού διαχωρισμού
  • fisheries
    arrastão de retranca / arrastão de varas / navio com rede de arrasto de vara
    el
    δοκότρατα
  • fisheries
    navio de pesca com canas (isco) / atuneiro de salto e vara (isco vivo)
    el
    σκάφος αλιείας με δόλωμα, σκάφος αλιείας με καλάμι
  • mechanical engineering
    vara de extensão da barra de controlo / tirante de extensão da barra de controlo
    el
    επέκταση φρέατος για τον μηχανισμό κινήσεως δέσμης ράβδων ρυθμίσεως
  • nuclear energy
    potência média por vara de combustível / potência média por barra de combustível
    el
    μέση ισχύς ανά ράβδο πυρηνικού καυσίμου
  • fisheries
    atuneiro de linha e vara de pesca fresca
    el
    θυνναλιευτικό με καλάμι νωπού αλιεύματος
  • earth sciences
    potência média por vara no núcleo completo / potência média por barra no núcleo completo
    el
    μέση ισχύς ανά ράβδο πυρηνικού καυσίμου για ολόκληρο τον αντιδραστήρα
  • remoção da bainha de uma vara de combustível
    el
    αφαίρεση του περιβλήματος
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    plataforma rolante de grande porte com tirantes em vara de aço
    el
    κινητή μονάδα μεγάλων δυνατοτήτων με σύστημα έλξης από χάλυβα
  • building and public works
    varão
    el
    επίμηκες τεμάχιο μικρού μήκους, ράβδος
  • land transport / TRANSPORT
    varas
    el
    ράβδος βυθοσκόπησης, δοκιμαστική ράβδος
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – vara no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-13 16:42:43]. Disponível em