abarrotar

a.bar.ro.tar
ɐbɐʀuˈtar
verbo transitivo
1.
στυλώνω, υποστυλώνω
abarrotar uma construção
στυλώνω μια οικοδομή
2.
παραγεμίζω [de, με], καργάρω [de, με], γεμίζω μέχρι απάνω [de, με]
abarrotou as malas de coisas inúteis
κάργαρε τις βαλίτσες με άχρηστα πράγματα
abarrotou o cesto de uvas
κάργαρε το καλάθι με σταφύλια
travessa a abarrotar de arroz
πιατέλα παραγεμισμένη με ρύζι
3.
μπουκώνω, ταΐζω του σκασμού
abarrotar o estômago
μπουκώνω το στομάχι μου
4.
πήζω coloquial [de, σε]
a estante está a abarrotar de livros
η βιβλιοθήκη έπηξε στα βιβλία
estar a abarrotar de trabalho
έχω πήξει στη δουλειά
estar/sentir-se a abarrotar
είμαι/νιώθω φίσκα
a sala estava a abarrotar
η αίθουσα ήταν φίσκα

o teatro estava a abarrotar
το θέατρο ήταν φίσκα

sente-se a abarrotar de comida
νιώθει φίσκα στο φαΐ
Porto Editora – abarrotar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-22 12:33:48]. Disponível em