acessório

acessória
a.ces.só.ri.o
ɐsəˈsɔrju
adjetivo
δευτερεύων, βοηθητικός, συμπληρωματικός
as dependências acessórias duma casa
τα βοηθητικά παραρτήματα ενός οικήματος
dados acessórios
δευτερεύοντα στοιχεία
tive um papel acessório na resolução do problema
είχα δευτερεύοντα ρόλο στην επίλυση του προβλήματος
nome masculino
1.
περιττό neutro
dá mais importância ao acessório do que ao essencial
δίνει μεγαλύτερη σημασία στο περιττό παρά στο ουσιώδες
2.
GRAMÁTICA επιθετικός προσδιορισμός
o acessório dum substantivo
ο επιθετικός προσδιορισμός ενός ουσιαστικού
3.
geralmente plural εξάρτημα neutro , αξεσουάρ neutro , παρακολούθημα neutro
a batedeira tem vários acessórios
το μίξερ έχει διάφορα παρακολουθήματα
acessórios de uma máquina
εξαρτήματα μηχανής
os acessórios dum automóvel
τα εξαρτήματα ενός αυτοκινήτου
4.
geralmente plural αξεσουάρ neutro
acessórios de teatro
θεατρικά αξεσουάρ
uma loja que vende acessórios femininos
μαγαζί που πουλάει γυναικεία αξεσουάρ
isso é acessório!
είναι δευτερεύουσας σημασίας!
Porto Editora – acessório no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 13:11:32]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
acessórios para gaiolas de pássaros
εξαρτήματα για κλουβιά πτηνών
acessórios para cercas
εξαρτήματα για δικτυωτή περίφραξη
CIÊNCIAS
microfiltro acessório
παρακαμπτήριο σύστημα μικροφίλτρου
DIREITO
saber-fazer acessório à patente
τεχνογνωσία που συνδέεται με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
acordo acessório a uma cessão de empresa
παρεπόμενη συμφωνία που συνάπτεται κατά τη μεταβίβαση επιχειρήσεως
VER +