adicional

a.di.ci.o.nal
ɐdisjuˈnaɫ
adjetivo de 2 géneros
1.
επιπρόσθετος, πρόσθετος
encargos adicionais
επιπρόσθετες επιβαρύνσεις
regalias adicionais
επιπρόσθετα προνόμια
2.
προσθετικός, περαιτέρω
foram excluídos aumentos adicionais dos salários
αποκλείσθηκαν περαιτέρω προσαυξήσεις των μισθών
omitir formalidades adicionais
παραλείπω περαιτέρω τυπικότητες
vai receber alguns subsídios adicionais
θα πάρει κάποια προσθετικά επιδόματα
imposto adicional
επιπρόσθετος φόρος
Porto Editora – adicional no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 23:11:32]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
declaração adicional
πρόσθετη δήλωση
ATIVIDADE POLÍTICA
Acordo Adicional ao Acordo relativo à Comissão Internacional para a Proteção do Reno contra a Poluição
Πρόσθετη συμφωνία στη συμφωνία που υπογράφηκε στη Βέρνη στις 29 Απριλίου 1963 σχετικά με τη Διεθνή Επιτροπή για την προστασία του Ρήνου από τη ρύπανση
Segundo Protocolo Adicional à Convenção Europeia de Extradição
Δεύτερο Πρόσθετο Πρωτόκολλο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση εκδόσεως
Protocolo Adicional ao Tratado do Atlântico Norte sobre a Adesão da Espanha
Πρωτόκολλο στη Συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού για την προσχώρηση της Ισπανίας
ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO
Protocolo Adicional à Convenção da Haia sobre o Reconhecimento e Execução de Sentenças Estrangeiras em Matéria Civil e Comercial
Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση της Χάγης για την αναγνώριση και την εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις
VER +