admoestar

ad.mo.es.tar
ɐdmwɛʃˈtar
verbo transitivo
1.
νουθετώ, παραινώ
admoestei-o, para não incorrer no mesmo erro
τον νουθέτησα, για να μην περιπέσει στο ίδιο σφάλμα
2.
επιπλήττω, επιτιμώ, αποπαίρνω
admoestar (alguém) por ser preguiçoso
επιτιμώ (κάποιον) για την τεμπελιά του
o professor admoesta os alunos
ο δάσκαλος επιπλήττει τους μαθητές
vejo-me obrigado a admoestá-lo continuamente
αναγκάζομαι να τον επιπλήττω συνέχεια
ANAGRAMAS
Porto Editora – admoestar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 05:08:00]. Disponível em