amainar

a.mai.nar
ɐmajˈnar
verbo transitivo
1.
καταλαγιάζω
pediam a Deus que amainasse o mau tempo
ζητούσαν από το Θεό να καταλαγιάσει την κακοκαιρία
tentou amainar a cólera do outro
προσπάθησε να καταλαγιάσει την οργή του άλλου
2.
καλμάρω
remédio que amainou uma dor
φάρμακο που κάλμαρε τον πόνο
3.
NÁUTICA μαϊνάρω, μαζεύω
amainar as velas
μαϊνάρω τα πανιά
verbo intransitivo
1.
καλμάρω
a pouco e pouco, a sensação de comichão amainou
σιγά-σιγά, η αίσθηση κνησμού κάλμαρε
2.
μαϊνάρω, καλμάρω, ξεθυμαίνω, καταλαγιάζω
a tempestade dá mostras de amainar
η θύελλα δείχνει να ξεθυμαίνει
finalmente, os protestos das pessoas amainaram
οι διαμαρτυρίες του κόσμου καταλάγιασαν επιτέλους
finalmente, o vento amainou
επιτέλους, ο αέρας μαϊνάρισε
ANAGRAMAS
Porto Editora – amainar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 04:02:42]. Disponível em