abrandar

a.bran.dar
ɐbrɐ̃ˈdar
verbo transitivo
1.
αποσκληραίνω, μαλακώνω
produto que abranda a água
προϊόν που μαλακώνει το νερό
2.
καταπραΰνω, μετριάζω, απαλύνω, μαλακώνω
as medidas que tomou abrandaram os protestos das pessoas
τα μέτρα του μετρίασαν τις διαμαρτυρίες του κόσμου
não conseguiu abrandar a inimizade da multidão
δεν κατάφερε να μετριάσει την εχθρότητα του πλήθους
o tempo abrandou a sua tristeza
ο χρόνος απάλυνε τη θλίψη της
3.
ελαττώνω, μειώνω
os anos abrandaram a sua irascibilidade
τα χρόνια ελάττωσαν την οξυθυμία του
4.
επιβραδύνω
abrandar um processo
επιβραδύνω μια διαδικασία
verbo intransitivo
1.
ελαττώνομαι, μειώνομαι
a dor está a abrandar
ο πόνος ελαττώνεται
ultimamente, o seu entusiasmo abrandou
τελευταία, ο ενθουσιασμός του μειώθηκε
2.
επιβραδύνω
deves abrandar mais nas curvas
πρέπει να επιβραδύνεις περισσότερο στις στροφές
passou o cruzamento sem abrandar
πέρασε τη διασταύρωση χωρίς να επιβραδύνει
3.
γαληνεύω, κοπάζω
o vento não abrandou nada
ο αέρας δεν κόπασε καθόλου
ANAGRAMAS
Porto Editora – abrandar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-02 09:34:09]. Disponível em