ar.ru.mar
ɐʀuˈmar
ɐʀuˈmarverbo transitivo
1.
τακτοποιώ, συγυρίζω, μαζεύω
arrumar uma gaveta
συγυρίζω ένα συρτάρι
arrumar um quarto
τακτοποιώ ένα δωμάτιο
2.
τακτοποιώ, βολεύω
arrumar as malas na bagageira
τακτοποιώ τις βαλίτσες στη μπαγκαζιέρα
arrumar caixotes com o auxílio duma empilhadora
τακτοποιώ κυβώτια χρησιμοποιώντας ένα κλαρκ
arrumar livros numa estante
τακτοποιώ βιβλία σε μια βιβλιοθήκη
arrumei as coisas no frigorífico
βόλεψα τα πράγματα στο ψυγείο
com os conhecimentos que tem, foi-lhe fácil arrumar o filho
με τις γνωριμίες του, εύκολα βόλεψε το γιο του
3.
σταθμεύω, παρκάρω
este sítio não é bom para arrumares o carro
αυτό το σημείο δεν είναι καλό για να παρκάρεις το αμάξι
4.
διευθετώ
arrumar um assunto
διευθετώ ένα ζήτημα
5.
coloquial ξεκάνω, αποτελειώνω
arrumar um adversário
ξεκάνω έναν αντίπαλο
6.
πετώ, ρίχνω
arrumou os sapatos para um canto
πέταξε τα παπούτσια σε μια γωνία
arrumou tudo para dentro do armário e fechou-o
τα πέταξε όλα μέσα στη ντουλάπα και την έκλεισε
7.
figurado κρεμώ
arrumar as chuteiras
κρεμώ τα ποδοσφαιρικά παπούτσια μου
8.
coloquial ξεκάνω [com, -], αποτελειώνω [com, -]
a má vida daquele filho arrumou com ela
τα στραβοπατήματα του γιου της την αποτελείωσαν
arrumou com o outro num instante
ξέκανε τον άλλο στο άψε-σβήσε
Partilhar
Como referenciar 
arrumar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/arrumar [visualizado em 2026-07-20 02:48:51].