atormentar

a.tor.men.tar
ɐturmẽˈtar
verbo transitivo
1.
βασανίζω
atormentar (alguém) sem dó nem piedade
βασανίζω (κάποιον) αλύπητα
o cão foi atormentado por uns miúdos
ο σκύλος βασανίστηκε από μερικά παιδιά
2.
figurado βασανίζω, ταλανίζω, τυραννώ, κατατρέχω
a doença atormenta-o
η αρρώστια τον ταλανίζει
as dores atormentam-no sem parar
οι πόνοι τον τυραννούν συνέχεια
atormento a cabeça para encontrar uma solução
βασανίζω το μυαλό μου να βρω λύση
não atormentes a cabeça com ninharias
μη βασανίζεις το μυαλό σου με μικροπράγματα
os remorsos atormentavam-me
οι τύψεις με βασάνιζαν
3.
figurado ζαλίζω, παρενοχλώ
atormenta-me com pedidos insistentes
με παρενοχλεί με επίμονα παρακάλια
atormentou-me com perguntas
με ζάλισε με τις ερωτήσεις του
Porto Editora – atormentar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 05:27:29]. Disponível em