avaliar

a.va.li.ar
ɐvɐˈljar
verbo transitivo
1.
εκτιμώ, αποτιμώ
avaliaram a casa em 250.000 euros
εκτίμησαν το σπίτι σε 250.000 ευρώ
avaliar o património (de alguém)
αποτιμώ την περιουσία (κάποιου)
avaliar os custos
αποτιμώ τα κόστη
avaliar uma propriedade
αποτιμώ ένα κτήμα
2.
υπολογίζω
avaliar o grau de acidez dum vinagre com um acetímetro
υπολογίζω το βαθμό οξύτητας ενός ξιδιού μ' ένα οξύμετρο
avaliar perdas
υπολογίζω ζημίες
3.
αξιολογώ, κρίνω
avaliar uma pessoa pelo olhar
αξιολογώ έναν άνθρωπο από το βλέμμα του
avaliar um candidato
κρίνω έναν υποψήφιο
avalio os meus alunos
αξιολογώ τους μαθητές μου
tanto quanto posso avaliar, é uma pessoa competente
απ' όσο μπορώ να κρίνω, είναι ικανός άνθρωπος
4.
(impostos) καταλογίζω
avaliar o montante de um imposto
καταλογίζω το ύψος ενός φόρου
5.
figurado εκτιμώ, αποτιμώ, ζυγιάζω, ζυγίζω
avaliar as consequências de um facto
ζυγιάζω τις συνέπειες ενός γεγονότος
avaliar as forças do adversário
ζυγιάζω τις αντίπαλες δυνάμεις
avaliar os riscos dum empreendimento
ζυγιάζω τα ρίσκα ενός εγχειρήματος
avaliar uma situação
εκτιμώ μια κατάσταση
6.
figurado φαντάζομαι
não podes avaliar o desgosto que senti
δεν μπορείς να φανταστείς τη λύπη που ένιωσα
poderás tu avaliar o alívio que ela sentiu?
μπορείς άραγε να φανταστείς την ανακούφισή της;
avaliar por alto
υπερτιμώ
avaliar por baixo
υποτιμώ
Porto Editora – avaliar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 05:06:08]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
avaliar o corte / estimar o corte
εκτιμώ, υπολογίζω
FINANÇAS
serviço de mediação financeiro indiretamente avaliado
υπηρεσία χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης εμμέσως μετρουμένων
ativo financeiro avaliado coletivamente
συνολικά αποτιμώμενο χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού
UNIÃO EUROPEIA, FINANÇAS
avaliar uma mercadoria
εκτιμώ εμπορεύματα