conveniente

con.ve.ni.en.te
kõvəˈnjẽt(ə)
adjetivo de 2 géneros
1.
κατάλληλος
é a pessoa mais conveniente para te aconselhar
είναι ο καταλληλότερος άνθρωπος για να σε συμβουλεύσει
escolheu os sapatos mais convenientes para caminhar
διάλεξε τα πιο κατάλληλα για περπάτημα παπούτσια
penso que é a solução mais conveniente
νομίζω ότι είναι η πιο κατάλληλη λύση
2.
συμφέρων
a decisão foi conveniente para todos
η απόφαση ήταν συμφέρουσα για όλους
loja com preços bastante convenientes
μαγαζί με αρκετά συμφέρουσες τιμές
3.
ευπρεπής, κόσμιος, αρμόζων
respondeu com uma expressão pouco conveniente
απάντησε με μια καθόλου κόσμια έκφραση
vestiu-se de maneira conveniente
ντύθηκε με αρμόζοντα τρόπο
4.
σκόπιμος
acho conveniente que te acauteles
θεωρώ σκόπιμο να προσέχεις
é conveniente estares cá antes das 3
είναι σκόπιμο να είσαι εδώ πριν τις 3
seria conveniente avisá-lo
θα ήταν σκόπιμο να ειδοποιηθεί
Porto Editora – conveniente no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-30 02:39:32]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
a rede americana de malha larga não é conveniente para vedações contra caça
το συρματόπλεγμα αμερικάνικου τύπου,με μεγάλες τρύπες,δεν αρμόζει για φράκτης κατά των άγριων ζώων
INDÚSTRIA
um laminador de fieira dá à chapa um estado de superfície conveniente
η τελική επεξεργασία της επιφάνειας των λωρίδων γίνεται με έλαστρο σκλήρυνσης
QUESTÕES SOCIAIS
idade conveniente para tratamento / idade limite para tratamento
κατάλληλη ηλικία γιά ιατρική θεραπεία
VER +