emudecer

e.mu.de.cer
imudəˈser
verbo transitivo
1.
μουγγαίνω
aquela doença emudeceu-o
εκείνη η ασθένεια τον μούγγανε
2.
βουβαίνω, μουγγαίνω
aquela resposta emudeceu-o
εκείνη η απάντηση τον βούβανε
a surpresa emudeceu-nos
η έκπληξη μας μούγγανε
verbo intransitivo
1.
γίνομαι μουγγός
depois do acidente, emudeceu
μετά το ατύχημα, έγινε μουγγός
2.
σωπαίνω, σιωπώ, σιγώ, βουβαίνομαι
perante as razões dele, emudeci
μπροστά στους λόγους του, σώπασα
3.
σιγώ, σιωπώ
de repente, a sirene emudeceu
ξαφνικά, η σειρήνα σίγησε
VER +
Porto Editora – emudecer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-02 22:58:31]. Disponível em