enfraquecer

en.fra.que.cer
ẽfrɐkəˈser
verbo transitivo
1.
εξασθενίζω, αποδυναμώνω, αδυνατίζω
a doença enfraqueceu-lhe o organismo
η αρρώστια αδυνάτισε τον οργανισμό του
a inflação enfraqueceu a economia
ο πληθωρισμός αποδυνάμωσε την οικονομία
os anos de privações enfraqueceram-na
τα χρόνια στέρησης την εξασθένισαν
2.
figurado αποδυναμώνω
essas mentiras enfraqueceram a tua reputação
αυτά τα ψέματα αποδυνάμωσαν την φήμη σου
verbo intransitivo
1.
εξασθενώ, αποδυναμώνομαι, αδυνατίζω
a luz do dia enfraquecia cada vez mais
το φως της μέρας όλο και αδυνάτιζε
a minha audição está a enfraquecer
η ακοή μου εξασθενεί
o solo enfraqueceu devido ao cultivo intensivo
το έδαφος αποδυναμώθηκε από την εντατική καλλιέργεια
2.
figurado αποδυναμώνομαι
depois daquele escândalo, a sua influência política enfraqueceu
μετά από εκείνο το σκάνδαλο, η πολιτική του επιρροή αποδυναμώθηκε
Porto Editora – enfraquecer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-28 21:04:10]. Disponível em