entusiasmar

en.tu.si.as.mar
ẽtuzjɐʒˈmar
verbo transitivo
1.
ενθουσιάζω
este prato não me entusiasma
αυτό το φαγητό δεν με ενθουσιάζει
o projeto entusiasmou todos os envolvidos
το πρότζεκτ ενθουσίασε όλους τους εμπλεκόμενους
perspetiva que entusiasmou muita gente
προοπτική που ενθουσίασε πολύ κόσμο
2.
ξεσηκώνω
entusiasmou-me a ir com ele ao Porto
με ξεσήκωσε να πάω μαζί του στο Πόρτο
3.
ενθαρρύνω
entusiasmei-o a prosseguir os estudos
τον ενθάρρυνα να συνεχίσει τις σπουδές του
Porto Editora – entusiasmar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 19:19:11]. Disponível em