grande

gran.de
ˈɡrɐ̃d(ə)
adjetivo de 2 géneros
1.
μεγάλος
a avalanche causou grandes estragos
η χιονοστιβάδα προκάλεσε μεγάλες ζημιές
a falência da empresa foi para ele um grande abalo
η χρεοκοπία της εταιρείας ήταν γι' αυτόν μεγάλο στραπάτσο
afirmou-se como grande maestro
διακρίθηκε ως μεγάλος μαέστρος
aliciou-o com a possibilidade de grandes lucros
τον δελέασε με την πιθανότητα μεγάλων κερδών
atravessar um período de grande atividade
περνώ μια περίοδο μεγάλης δραστηριότητας
consultar uma grande competência na matéria
συμβουλεύομαι μια μεγάλη αυθεντία στο ζήτημα
depois do acidente, reinou uma grande confusão
μετά το ατύχημα, επικράτησε μεγάλο κομφούζιο
expor-se a grandes provações
εκτίθεμαι σε μεγάλες δοκιμασίες
ir a grande velocidade
πηγαίνω με μεγάλη ταχύτητα
livro que abrange um grande período histórico
βιβλίο που περιλαμβάνει μεγάλη ιστορική περίοδο
proeza de grande calibre
επίτευγμα μεγάλης ολκής
uma carpete cobria grande parte do chão
ένα χαλί κάλυπτε μεγάλο μέρος του δαπέδου
uma casa grande
ένα μεγάλο σπίτι
vive numa grande cidade
ζει σε μια μεγάλη πόλη
2.
μεγάλος, διακεκριμένος, μεγαλόσχημος
honrar a memória dum grande homem
τιμώ τη μνήμη ενός μεγαλόσχημου άντρα
um grande cientista
ένας διακεκριμένος επιστήμονας
um grande poeta
ένας μεγάλος ποιητής
3.
ενήλικος
as pessoas grandes
οι ενήλικοι άνθρωποι
4.
μεγάλος, κεφαλαίος
escrever em letras grandes
γράφω με κεφαλαία γράμματα
nome masculino
1.
μεγάλος
as crianças imitam os grandes
τα παιδιά μιμούνται τους μεγάλους
2.
plural προύχοντες, ισχυροί
os grandes deste mundo
οι προύχοντες αυτού του κόμσου
acabar em grande
τελειώνω (κάτι) με τον καλύτερο τρόπο
à grande
1.
πάρα πολύ
divertiu-se à grande
διασκέδασε πάρα πολύ
2.
πλουσιοπάροχα
fez uma festa à grande
έκανε ένα πλουσιοπάροχο πάρτι
em grande
λαμπρά
carreira que culminou em grande
σταδιοδρομία που κορυφώθηκε λαμπρά
DESPORTO grande penalidade
πέναλτι
viver à grande e à francesa
ζω σαν μπέης
Porto Editora – grande no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 06:45:29]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
grande cultura
εκτεταμένη καλλιέργεια
animal com grande desenvolvimento das massas musculares posteriores
ευρύπυγο ζώο
variedade de trigo de grande rendimento
ποικιλία σίτου υψηλής απόδοσης
ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS
Conselho da Grande Londres / Governo Metropolitano de Londres
Συμβούλιο Μείζονος Λονδίνου
ATIVIDADE POLÍTICA, TRANSPORTES, ORGANIZAÇÕES INTERNACIONAIS
acordo sobre o setor das aeronaves de grande capacidade
συμφωνία για τα μεγάλα πολιτικά αεροσκάφη
VER +