imaginar

i.ma.gi.nar
imɐʒiˈnar
verbo transitivo
1.
φαντάζομαι, πλάθω με τη φαντασία μου
imagina que toda a gente o quer prejudicar
φαντάζεται ότι όλοι θέλουν να τον βλάψουν
imaginar ouvir vozes estranhas
φαντάζομαι ότι ακούω αλλόκοτες φωνές
um paciente que imagina coisas
ένας ασθενής που φαντάζεται πράγματα
2.
φαντάζομαι, επινοώ, σοφίζομαι
imaginar o enredo dum romance
φαντάζομαι την πλοκή ενός μυθιστορήματος
imaginar um plano de ataque
επινοώ ένα σχέδιο επίθεσης
3.
φαντάζομαι
consegues imaginar-me como pai?
μπορείς να με φανταστείς μπαμπά;
imagina a cena!
φαντάσου τη σκηνή!
imagina que eras obrigado a escolher
φαντάσου ότι ήσουν υποχρεωμένος να επιλέξεις
imagina tu que nem cinco minutos esperou!
φαντάσου, ούτε πέντε λεπτά δεν περίμενε!
não imaginas que paciência é precisa/preciso ter!
δεν φαντάζεσαι πόση υπομονή χρειάζεται!
não posso imaginar
δεν μπορώ να φανταστώ
nunca imaginei que fosse capaz de tal coisa
ποτέ δεν φανταζόμουν ότι ήταν ικανός για τέτοια
pôs-se a imaginar como seria a sua vida dali para a frente
βάλθηκε να φαντάζεται πώς θα ήταν η ζωή του στο εξής
4.
φαντάζομαι, υποθέτω, νομίζω, θαρρώ
ela imaginava que tudo estaria terminado dentro de poucas horas
αυτή θαρρούσε ότι όλα θα είχαν τελειώσει μέσα σε λίγες ώρες
imagino que precisas de mais tempo, não?
νομίζω ότι χρειάζεσαι περισσότερο χρόνο, έτσι;
imagino que sim
υποθέτω πως ναι
5.
φαντάζομαι, θεωρώ
eu imaginava-o uma pessoa mais sensata
τον φανταζόμουν πιο συνετό άνθρωπο
imaginava o filho já a salvo
θεωρούσε ότι ο γιος της ήταν πια σώος
nem imaginas!
πού να φανταστείς!
Porto Editora – imaginar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-28 05:39:07]. Disponível em